Η οικογένεια στη Βυζαντινή εποχή είναι ως εξής. Την οικογένεια την προστάτευε η εκκλησία και το κράτος και η εκκλησία καθιέρωσε τον γάμο. Ο άντρας εκείνη την εποχή ήταν και ο αρχηγός της οικογένειας και υπολόγιζε και την γυναίκα του και άκουγε την γνώμη της ενώ η γυναίκα καθόταν στο σπίτι και ασχολιόταν με το νοικοκυριό της, μελέταγε την Αγία Γραφή, φρόντιζε τα παιδιά, δίδασκαν την Αγία Γραφή στις κόρες, φιλοξενία και όποιες γυναίκες είχαν κληρονομήσει από τον μπαμπά της χρήματα δηλαδή ήταν πλούσιες μπορούσαν να εργαστούν ως γιατροί, μαίες, καλλιγράφησες, έμποροι και πλοιοκτήτριες και η διατροφή εκείνη την εποχή ήταν ότι οι γυναίκες έτρωγαν ξεχωριστά από τους άντρες,η διατροφή τους ήταν πλούσια, επιρροή της θρησκείας και τα τρόφιμα ήταν πολύ κρέας, κυνήγι, ψάρια, αβγά, γαλακτοκομικά, όσπρια, φρούτα, λίγο ελαιόλαδο και κρασί οι ΜΟΝΑΧΟΙ όμως είχαν αυστηρές νηστείες, ψωμί, λαχανικά, ψάρι και λίγο κρασί.
Η οικογένεια στην Μεταβυζαντινή εποχή είναι ότι κύριο στήριγμα του ελληνισμού υπήρξε η οικογένεια. Ο άντρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας, εξωτερικές εργασίες, αγροτικές ασχολίες, αλιεία, ναυσιπλοΐα, βιοτεχνία, εμπόριο και περιοδεύουν μαστόροι. Η γυναίκα ασχολιόταν με το νοικοκυριό, φροντίδα παιδιών, οικοτεχνία (κεντητική, υφαντική, αγγειοπλαστική) ετοιμασία προίκας κοριτσιών και φιλοξενία ενώ στην ΚΡΗΤΗ: Έμποροι και Δανείστριες. Η διατροφή είχε νηστείες και λιτή διατροφή μπορούσαν να φάνε ψωμί με κρεμμύδι και μπορούσαν να το φάνε με ελιές ή τυρί ή παστό κρέας τα υπόλοιπα που είχαν για να φάνε ήταν όσπρια, χόρτα, λίγο κρασί και στα ΝΗΣΙΑ είχαν ψαρικά.
Όνομα:Δωροθέα
Τμήμα:Β'3
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Οι άντρες είχαν ασχολία με τα κοινά,εξωτερικές εργασίες και ανατροφή των αγοριών μετά τα 7 τους χρόνια ενώ οι γυναίκες είχαν οργάνωση με του νοικοκυριού, επίβλεψη των δούλων, φύλαξη αγαθών, παρασκευή υφασμάτων, ανατροφή των παιδιών μέχρι τα 7 τους χρόνια και φιλοξενία και η διατροφή στην αρχαία Ελλάδα ότι οι γυναίκες έτρωγαν χωριστά από τους άντρες, αυτά που έτρωγαν ήταν ψάρι, ψωμί, χόρτα,κρεμμύδια, ελιές, λάδι, όσπρια, τυρί, ξηρούς καρπούς, φρούτα, γλυκά με μέλι, λίγο κρέας και νερωμένο κρασί. Όλα αυτά γίνονται στην Αθήνα.
Μπορεί, σύμφωνα με τη γυναικεία τους φύση, οι βυζαντινές αρχόντισσες να σύχναζαν στο πιο απόμακρο σημείο του βυζαντινού παλατιού, στους σκιερούς και γαλήνιους κήπους με τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά που σιγοψιθύριζαν με τη ροή τους γλυκύτατους ήχους και που, κατά τους χρονογράφους της εποχής τους, σχημάτιζαν ολόγυρά τους κάτι "σαν μια καινούρια Εδέμ", κάτι σαν "ένα δεύτερο παράδεισο" και στην οροφή του ιδιαίτερου κοιτώνα τους με τα χρυσά αστέρια έλαμπε στη μέση ο σταυρός, το σύμβολο της λύτρωσης και οι τοίχοι να έμοιαζαν σαν "σμαλτωμένο λιβάδι με λουλούδια", ώστε η αίθουσα να έχει πάρει το όνομα της Μούσας ή της Αρμονίας, αυτές όμως οι τόσο διαφορετικές μορφές φλέγονταν από ανησυχίες που κόχλαζαν εντός τους κι επεδίωκαν με πάθος να συμμετάσχουν στην πολιτική σκακιέρα, να διαπρέψουν στα γράμματα, να διαδώσουν τον πολιτισμό του Βυζαντίου.
Η ζωή μιας σπουδαίας γυναίκας του βυζαντίου, της Άννας της Κομνηνής της Πορφυρογέννητης πριγκίπισσας, είναι ενδεικτική αυτού του πάθους για εξουσία και μόρφωση. Ο συγκινητικός της θάνατος επιστεγάζει μια ζωή γεμάτη ένταση και σφοδρές αντιφάσεις: Η πορφυρογέννητη Άννα ήταν μια γυναίκα επαναστάτρια για την εποχή της. Για να πετύχει τους σκοπούς της δε χρησιμοποίησε γυναικεία "όπλα"(γοητεία, πονηριά), αλλά καθαρά αντρικά "μέσα"(δύναμη, τόλμη, επιμονή). Ίσως και να ήταν η πρώτη φεμινίστρια στα χρονικά της ανθρωπότητας, αλλά η απόπειρά της ήταν καταδικασμένη να αποτύχει μέσα στην αυστηρά ανδροκρατούμενη κοινωνία του Βυζαντίου.
Η περίπτωση, βέβαια, της Άννας της Κομνηνής αποτελεί εξαιρετικό δείγμα μορφωμένης βυζαντινής της ανώτατης αριστοκρατίας, καθώς τα κορίτσια της κοινωνικής της τάξης μορφώνονταν στο σπίτι-και στα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου, σύμφωνα με τον Steven Runciman, είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία από τα αγόρια διότι απολάμβαναν περισσότερη ιδιωτική προσοχή.
Είναι γεγονός πως πολλές απ΄ τις αρχοντικής καταγωγής κυρίες του Βυζαντίου «εξετέθησαν» στην πολιτική και αναμείχτηκαν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα της εποχής τους με αποτέλεσμα ν’ αφήσουν στις κατοπινές γυναίκες μια σοβαρή κληρονομιά τριβής με τα κοινά. Μάλιστα, κάποιες απ’ τις βυζαντινές αυτοκρατόρισσες έφταναν στο να δολοφονήσουν τα ίδια τους τα παιδιά, προκειμένου να μην τους πάρουν την εξουσία. Άλλες βυζαντινές αρχόντισσες έλαμψαν δια της παρασκηνιακής τους παρουσίας.
Οπωσδήποτε και κατά κοινή ομολογία των μελετητών του θέματος, η θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο ήταν πολύ καλύτερη απ’ αυτή στην αρχαία Ελλάδα. Στο Βυζάντιο υπήρξαν γυναίκες αυτοκράτειρες, γυναίκες-ηγετικές μορφές, γυναίκες ιατροί: απ΄τους πρώτους αιώνες της ζωής του ως το 1453, σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, καταγράφονται υπηρεσίες παροχής κοινωνικής πρόνοιας και περίθαλψης, στη λειτουργία των οποίων σπουδαίο ρόλο έπαιζαν οι γυναίκες: τρανό παράδειγμα, το νοσοκομείο του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα, στο οποίο υπήρχε μια γυναίκα γιατρός, τέσσερις γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί και δύο γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί τους. Επιπροσθέτως, οι γυναίκες του Βυζαντίου δε θεωρήθηκαν ανάξιες να κατέχουν το ύψιστο αξίωμα του κράτους απλά επειδή ήταν γυναίκες. Τέσσερις αυτοκράτειρες κυβέρνησαν μόνες τους-δίχως να έχουν σύζυγο-χωρίς να φέρει κανείς αντίρρηση λόγω του φύλου τους. Η Ζωή(914-919), η Ειρήνη(797-802), οι Θεοδώρα και Ζωή(1042), η Θεοδώρα(1054-1056). Σύμφωνα με την άποψη του εξαίρετου βυζαντινολόγου Steven Runciman, «συνταγματικός φραγμός στην ανάληψη της ύπατης εξουσίας από γυναίκα στο Βυζάντιο δεν υπήρχε. Και στο τέλος, αιτία της πτώσης της Ειρήνης ήταν περισσότερο η κακή της υγεία παρά το φύλο της. Ποτέ οι βασιλείες αυτών των γυναικών δε θεωρήθηκαν παράνομες».(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 78). Και βέβαια στο σημείο αυτό πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και τις γυναίκες που ουσιαστικά κυβερνούσαν το κράτος, έχοντας κάποιον άνδρα ως ανδρείκελο στο προσκήνιο, για λόγους ανωτέρας βίας ή «δημοσίων σχέσεων». Η κατάσταση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, μ’ όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματά της, το οποία θα εξεταστούν στη συνέχεια αυτού του άρθρου, ήταν ομολογουμένως υποφερτή, σε σχέση μ’ αυτή της ελληνικής αρχαιότητας.
Είναι σαφές και ιστορικά διαπιστωμένο γεγονός ότι πολίτης είναι αυτός που συμμετέχει ενεργά στα κοινά, είτε με την ψήφο του, είτε με την προσωπική του εμπλοκή στη δημόσια ζωή: ο πολιτικός, ο άρχοντας, ο στρατιώτης, ο εργαζόμενος. Και επειδή οι γυναίκες, ιστορικά, τα τελευταία μόνο χρόνια απέκτησαν τέτοιου είδους δυνατότητες και δικαιώματα, είναι φανερό ότι τα χαρακτηριστικά του πολίτη δεν αποδίδονται σ’ αυτές. Πόσο μάλλον στην εποχή του Βυζαντίου που ο αυτοκράτορας με την οικογένειά του και την αυλή του είναι η κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Ακολουθούν οι παλατιανοί αξιωματούχοι, οι αξιωματούχοι της εκκλησίας και οι δυνατοί, όπως λέγονταν οι πλούσιοι γαιοκτήμονες. Οι άρχοντες-αριστοκρατία του πλούτου-είναι οι κοινωνικά προνομιούχοι. Οι λαϊκές τάξεις-αστικός και γεωργικός πληθυσμός-αποτελούν τη βάση της πυραμίδας. Για όλους τους παραπάνω λόγους και γι΄ άλλους ακόμη, η βυζαντινή κοινωνία ήταν κοινωνία ανισότητας στα δικαιώματα ανάμεσα στα δύο φύλα. Όσο κι αν οι παραπάνω περιπτώσεις αρχοντισσών και γυναικών της ανώτατης αριστοκρατίας υποδεικνύουν μια αναβαθμισμένη θέση των γυναικών στη βυζαντινή κοινωνία, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός πως οι ευρύτερες μάζες των γυναικών ήταν παραγκωνισμένες απ’ το προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής δράσης της εποχής τους. Η αντιπαράθεση, για παράδειγμα, της Άννας της Κομνηνής με μια σύγχρονη γυναίκα της εποχής μας μπορεί ν’ αποτελέσει το έρεισμα για συγκρίσεις και συσχετίσεις, οι οποίες καταδεικνύουν τις τυχόν ομοιότητες αλλά και διαφορές που προκύπτουν στην οπτική του φύλου και στα στερεότυπα που, σε κάθε εποχή διαμορφώνονται. Επομένως η ιστορικότητα και παράλληλα η κοινωνιολογική θεώρηση του ζητήματος της ισότητας των φύλων παίζουν σημαντικό ρόλο στο να εγερθούν αβίαστα μια σειρά από κεντρικά-κεφαλαιώδη ερωτήματα, που είναι ταυτόχρονα και υποθέσεις έρευνας:
Α) Ο τρόπος ζωής μιας βυζαντινής γυναίκας ήταν πανομοιότυπος σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα ή αντίθετα υπήρξε διαφορετικός και ανάλογος με την κοινωνική τάξη στην οποία αυτή ανήκε, όπως επίσης ανάλογος προς την εποχή της μακραίωνης Βυζαντινής Ιστορίας;
Β) Ποιες υπήρξαν οι δυσκολίες, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, στην καθημερινότητα της βυζαντινής γυναίκας, προκειμένου ν’ αποκτήσει η ζωή της κάποια υπόσταση;
Γ) Ποια ήταν η σχέση της με το σύζυγο και τα παιδιά;
Δ) Ποια υπήρξε η σχέση της γυναίκας με την παιδεία και την εκπαίδευση στο Βυζάντιο;
Ε) Ίδια κυλούσε η ζωή της γυναίκας, ως παντρεμένης και ως ελεύθερης, στη βυζαντινή κοινωνία και υπήρχε, πραγματικά, η δυνατότητα για μια γυναίκα να ζήσει την ελεύθερη ζωή μιας λογίας έξω απ’ το μοναστήρι; Ποιες οι προοπτικές της, στην περίπτωση μάλιστα που ανήκε στη μεσαία ή στην κατώτερη τάξη, να μορφωθεί ή να ζήσει ελεύθερη απ’ την καταπίεση της ανδροκρατούμενης κοινωνίας της εποχής της;
ΣΤ) Και τελικά, οι ελεύθερες ώρες της Άννας Κομνηνής στο Σπουδαστήριο ισοσταθμίζονται, κατά ένα τρόπο, με τις ατέλειωτες ώρες δουλειάς μιας βυζαντινής υφάντρας; Κατ’ επέκταση, η σχέση του τρόπου ζωής μιας βυζαντινής αρχόντισσας με τον τρόπο ζωής μιας βυζαντινής γυναίκας της μεσαίας και κατώτερης τάξης παραπέμπει σε ανισότητες και διαφορές που εντοπίζει κανείς και ανάμεσα στα φύλα.(Ανεξάρτητα από κοινωνικό στρώμα ή τάξη, εφόσον η γυναίκα στο Βυζάντιο, πρακτικά, αντιμετωπίζεται ως ασθενές φύλο). Φυσικά και αδιαμφισβήτητα, η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία ήταν υποβαθμισμένη σε σχέση με του άνδρα και η αναφορά των περισσοτέρων γενικών εγχειριδίων βυζαντινής ιστορίας στα τρανταχτά και μεμονωμένα παραδείγματα γυναικών, όπως η Θεοδώρα του Ιουστινιανού ή η Άννα η Κομνηνή, αποδεικνύει, γι’ ακόμη μια φορά, πως η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Οπωσδήποτε, η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία συνέβαλε στη διαμόρφωσή της σε μια εποχή κατά την οποία το γυναικείο ιδεώδες συνδέεται στενά με τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια, σε αντίθεση με το ανδρικό ιδεώδες που σχετίζεται με πολέμους και βιαιότητες. Μάλιστα, ο ρόλος της αγίας γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, ως προς τη βαρύτητά του στη δημιουργία προτύπων εναλλακτικής ή συμβατικής φύσεως, υπήρξε άλλοτε διαλυτικός κι άλλοτε ενδυναμωτικός του θεσμού του γάμου. Άλλωστε, ο τρόπος που απεικονίζεται η γυναίκα στη βυζαντινή αγιογραφία αλλά και σε κοσμικές παραστάσεις, όπως επίσης και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στις ιστορικές πηγές είναι ιδιαίτερα αντιφατικός και αμφίσημος. Όσο για το ιδιαίτερο προφίλ που εμφανίζει η λόγια πριγκίπισσα Άννα η Κομνηνή, αυτό οφείλεται στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη διάσωση της αγαθής φήμης του αυτοκράτορα πατέρα της, στη σημαντική συμβολή της στην προβολή του ανδρικού αριστοκρατικού ιδεώδους και τέλος στη συμμετοχή της σε μια ελευθεριότητα απόψεων που διέκρινε αρκετές από τις γυναίκες της τάξης της. Για τη δράση των λιγότερο επώνυμων γυναικών και πολύ περισσότερο τη δράση των ανωνύμων γυναικών της μεσαίας και κατώτερης τάξης, αυτή υπήρξε έντονη κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων και κυρίως κατά την Εικονομαχία. Στις περιπτώσεις αυτές ολόκληρα πλήθη γυναικών, σύμφωνα με τις πηγές, εξέρχονται της ιδιωτικής σφαίρας της καθημερινότητάς τους και εισέρχονται σε μια συναρπαστικότερη δημόσια σφαίρα ζωής και δραστηριοποίησης.
Μεγάλο κεφάλαιο στην Ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η μεταλαμπάδευση του βυζαντινού-ελληνικού πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη από τις βυζαντινές πριγκίπισσες που παντρεύτηκαν ξένους ευγενείς. Όταν ο Όθων Β΄ παντρεύτηκε την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Θεοφανώ, ακολουθώντας την αποφασιστική αυτή γυναίκα πλήθος Ελλήνων απ’ την Ανατολή και τη νότιο Ιταλία ήρθαν στο βορρά και εντάχθηκαν οργανικά στη γερμανική αυτοκρατορική αυλή. Εκεί η Θεοφανώ σκανδάλισε τους ντόπιους αριστοκράτες διότι φορούσε μεταξωτά και έκανε μπάνιο, σύμφωνα με τις συνήθειες των Κωνσταντινοπολιτών: στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα υπήρχαν 33 δημόσια λουτρά και, κατά μέσο όρο, οι Βυζαντινοί, αριστοκράτες και αστοί, λούζονταν σε αυτά 3 φορές την εβδομάδα. «Φριχτές» συνήθειες, που σύμφωνα με όραμα μιας αυστηρής καθολικής γερμανίδας μοναχής, θα την έστελναν στην κόλαση.(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1979). Τα ίδια περίπου προβλήματα αντιμετώπισε στη Βενετία, όπου παντρεύτηκε, η εξαδέλφη της Μαρία η Αργυρή επειδή εισήγαγε τη χρήση του πιρουνιού.
Στη διάρκεια της μακραίωνης βυζαντινής ιστορίας αναφέρονται πολλές μορφωμένες και καλοαναθρεμμένες γυναίκες. Οι δυνατότητες, όμως, για τη μόρφωση εν γένει των γυναικών στο Βυζάντιο ήταν πολύ περιορισμένες. Μερικοί ιστορικοί, ερευνώντας τις πηγές, διαπίστωσαν ότι ήδη απ’ τον 4ο αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι κοριτσιών και ήταν δυνατόν στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις να τα στέλνουν μαζί με τα αγόρια στο σχολείο του Γραμματιστή (στοιχειώδης εκπαίδευση) για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Έχουμε ακόμη μαρτυρίες ότι όπως τα αγόρια πήγαιναν σε ανδρικά μοναστήρια για να διδαχθούν, όμοια και τα κορίτσια πήγαιναν σε γυναικεία. Είναι βέβαιο ακόμα ότι τα κορίτσια που ανήκαν σε πλουσιότερες τάξεις, έπαιρναν την ίδια περίπου μόρφωση με τα αδέρφια τους καθώς η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους. Οπωσδήποτε όμως οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε στην ανώτατη εκπαίδευση.
Παρ’ όλες όμως αυτές τις δυσκολίες συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως η Υπατία στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό γυναίκας με πανεπιστημιακή μόρφωση, η Πουλχερία, αδερφή του Θεοδοσίου του Β΄ και η σύζυγός του Αθηναίδα-Ευδοκία κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου, η οποία συνετέλεσε στη σύνταξη του «Θεοδοσιανού κώδικα», η ποιήτρια Κασσιανή σπουδαία υμνωδός της ορθόδοξης Εκκλησίας, η μεγάλη ιστορικός Άννα Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς» όπου εξιστορεί τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού. Ήταν επίσης ερασιτέχνης γιατρός και γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός.
Διάσημες για τη μόρφωσή τους ήταν οι κόρες του Κων/νου του Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, και η Ειρήνη, κόρη του μεγάλου Λογοθέτη Μετοχίτη. Πρέπει ακόμα ν’ αναφέρουμε την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου Θεοδώρα Ραούλαινα Παλαιολογίνα που κατείχε πολλούς κώδικες με έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ορισμένους από τους οποίους είχε αντιγράψει η ίδια. Πολλές γυναίκες στο Βυζάντιο είχαν γνώσεις Ιατρικής και εργάζονταν κυρίως στα γυναικεία τμήματα των νοσοκομείων όπου είχαν ίση θέση δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.
Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχημένες και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη Βυζαντινή Ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.
Θα αναφερθούμε κυρίως σ’ εκείνες τις γυναίκες που δεν είναι γεννημένες μέσα στην πορφύρα, που κατοικούν έξω απ’ τα αυτοκρατορικά παλάτια, για να διαπιστώσουμε σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν η αξιοσέβαστη σύζυγος ενός διοικητικού αξιωματούχου και η κοπέλα που εκπορνεύεται υπό τη σκέπη του τοίχου του ιπποδρόμου, ποια είναι η συμπεριφορά τους απέναντι στο διπλό και πρωταρχικό πρόβλημα, που ορθώνεται μπροστά στη γυναίκα του Βυζαντίου: το δίλημμα ανάμεσα στο γάμο και στον έρωτα.
Σ’ όλη την κοινωνική κλίμακα του Βυζαντίου η σύζυγος είναι πριν απ’ όλα η κυρία του σπιτιού και ύστερα, αν παραμένει ακόμη έστω και λίγο ωραία και νέα, είναι η ερωμένη. Το να είσαι νοικοκυρά σ’ ένα σπίτι μέσου μεγέθους στο Βυζάντιο δεν είναι εύκολο πράγμα, όπως μας το παρουσιάζει ο σύζυγός της ποιητής, Θεόδωρος Πτωχοπρόδρομος. Στην περίπτωσή της πρόκειται για μια γυναίκα τριάντα πέντε ετών, η οποία χάρισε στο σύζυγό της τέσσερα παιδιά. Το σπίτι της, το οποίο βρίσκεται σε μια λαϊκή συνοικία, μακριά από το κέντρο της πόλης, είναι ιδιοκτησία της. Προερχόμενη από εύπορη οικογένεια, παντρεύτηκε στην ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών, ύστερα από το θάνατο του πατέρα της σε μια κακιά ώρα, ένα ποιητή ράθυμο και φτωχό, ο οποίος, τα μόνα πράγματα που κουβάλησε στη συζυγική κοινότητα, ήταν το άλογό του και μια χαλασμένη φουφού. Η συμβίωση, όμως, «πάει καλά»! Ο σύζυγος δεν ασχολείται με καμιά δουλειά, γράφει στίχους ή αγορεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ στην ταβέρνα. Όταν επιστρέφει τρεκλίζοντας στο σπίτι, δοκιμάζει συχνά τη δυσάρεστη αίσθηση να τον αρπάζει ένας υπηρέτης και να τον πετάει έξω στο δρόμο. Ύστερα το παράθυρο ανοίγει και το εκδικητικό χέρι της συζύγου ρίχνει στο πεζοδρόμιο τους στίχους του και τα χαρτιά του. Δεν τον αντέχει πια. Ακούστε την πως του τα ψέλνει: «Φροντίζω το σπίτι και κάνω όλες τις δουλειές...Φροντίζω τα παιδιά καλύτερα κι από την καλύτερη παραμάνα...Υφαίνω μόνη μου τη ρόμπα που φορώ...Φτιάχνω τα πουκάμισα και τα παντελόνια». Στη συνέχεια ο τόνος της φωνής της ανεβαίνει: «Ποτέ δεν είδα φούστα, ποτέ δεν είδα από τα χέρια σου πασχαλιάτικο δώρο. Άντεξα έντεκα χρόνια φτώχειας και κακοπέρασης».
Η αποκρυστάλλωση της πυρηνικής οικογένειας που είχε ολοκληρωθεί ήδη τον 9ο αιώνα, άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών. Την περίοδο της Εικονομαχίας οι γυναίκες συμμετείχαν ακόμη ενεργά στα κοινά, εμπλέκονταν μάλιστα ενεργά στη διαμάχη για τη λατρεία των εικόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκατάσταση των εικόνων προωθήθηκε από δύο γυναίκες, τις αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοδώρα. Στον Βίο του Αντωνίου του Νέου υπάρχει μια πολύτιμη λεπτομέρεια, που δείχνει ότι η δραστηριότητα των γυναικών δεν περιοριζόταν στις θρησκευτικές διαμάχες: όταν ο αραβικός στόλος, γύρω στο 825, επιτέθηκε στην Αττάλεια, ο κυβερνήτης της πόλης συγκέντρωσε στα τείχη όχι μόνο άνδρες αλλά και νεαρές γυναίκες ντυμένες με ανδρικά ρούχα. Ωστόσο, οι κοινωνικές εξελίξεις τον 10ο αιώνα οδήγησαν στον περιορισμό των γυναικών στα στενά όρια της οικογένειας. Η αλλαγή στην αγιολογική παράσταση της γυναίκας εκφράζει αυτές τις κοινωνικές μεταβολές. Όπως έχει επισημάνει η Ε. Patlagean, ο τύπος της αγίας που, για να εξασφαλίσει τη σωτηρία της φορούσε ανδρικά ρούχα και παραβίαζε τους κανόνες της γυναικείας συμπεριφοράς, εξαφανίστηκε τον 9ο αιώνα. Αυτή η εκδοχή της αγιότητας αντικαταστάθηκε από την εικόνα της ιδανικής συζύγου, η οποία, όπως η Μαρία η νέα ή η Θωμαίς της Λέσβου, ανεχόταν με ευσέβεια και υπομονή τη σκληρότητα, τη ζήλια ή την αδιαφορία ενός ανάξιου συζύγου.
Η παραδοσιακή εικόνα της βυζαντινής πατριαρχικής, πυρηνικής οικογένειας σκιαγραφείται από τον Κεκαυμένο. Η οικογένεια είναι αυτοδύναμη οντότητα, περιστοιχισμένη από ένα αόρατο τείχος που τη χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Οποιοσδήποτε δεν είναι στενά δεμένος μαζί της, έστω και φίλος, μπορεί, εισχωρώντας στον εσωτερικό αυτό κύκλο, να ξελογιάσει τις γυναίκες, να μάθει τα οικογενειακά μυστικά και γενικά να διαταράξει την οικογενειακή τάξη. Μια καλή σύζυγος, προσθέτει ο Κεκαυμένος, είναι η μισή ζωή, η υπόσχεση για μια καλή τύχη. Οι σύζυγοι πρέπει να είναι πιστοί και να αποφεύγουν τον δεύτερο γάμο όταν χηρεύουν. Η ανατροφή των παιδιών αντιμετωπίζεται επίσης με μεγάλη σοβαρότητα. Τα παιδιά οφείλουν να φοβούνται και να σέβονται τον αρχηγό της οικογένειας, αλλά αυτή η στάση πρέπει να είναι απόρροια καλής ανατροφής και όχι τιμωρίας και ξυλοδαρμού. Τα ανύπαντρα κορίτσια δεν επιτρέπεται, βέβαια, να εκτίθενται στο βλέμμα των ανδρών που δεν είναι συγγενείς. Αυτός ο περιορισμός των γυναικών, συζύγων και θυγατέρων, προκύπτει έμμεσα και από άλλα κείμενα της εποχής. Περιγράφοντας ένα σεισμό, ο Ατταλειάτης παρατηρούσε ότι οι γυναίκες, οι οποίες συνήθως περιορίζονταν στους χώρους του σπιτιού που τους αναλογούσαν, ξεχύθηκαν χωρίς ντροπή στους δρόμους όταν άρχισαν οι δονήσεις. Επίσης η Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι οι γυναίκες, όταν έβγαιναν στο δρόμο, κάλυπταν προσεκτικά το πρόσωπό τους.
Μια σύγκριση των νόμων που ίσχυαν στο Βυζάντιο για το διαζύγιο με τους αντίστοιχους νόμους της Δύσης φανερώνει τη σημασία που είχε η πυρηνική οικογένεια στην Ανατολή. Στη Ρώμη, τον 9ο αιώνα, επιτρεπόταν ακόμη το διαζύγιο με τη θέληση έστω και μόνο του ενός συζύγου. Στο Βυζάντιο, η παλαιά πρακτική του ελεύθερου διαζυγίου είχε καταργηθεί ήδη από τον 8ο αιώνα. Η χωριστή ιδιοκτησία των συζύγων, που αναγνωριζόταν από τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αντικαταστάθηκε από την έννοια της οικογενειακής περιουσίας ως αδιαίρετου συνόλου, που την αποτελούσαν η προίκα και η προγαμιαία δωρεά. Μόνο μετά το θάνατο του συζύγου μπορούσε να διαιρεθεί η περιουσία, για να μοιραστεί εξίσου στη γυναίκα και τα παιδιά. Ο θεσμός των πρωτοτοκίων ήταν άγνωστος. Η σημασία της πυρηνικής οικογένειας προκύπτει επίσης από τις αφιερώσεις των δωρητών. Σε αυτοκρατορικές αναθηματικές προσωπογραφίες, όπως του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα, της συζύγου του, Ευδοκίας, και ενός από τους γιούς του στο Ψαλτήριο Μπαρμπερίνι, αλλά και σε εικόνες τοπικών αξιωματούχων, όπως του μάγιστρου Νικηφόρου Κασνίτζη, της συζύγου του και του γιού τους στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη στην Καστοριά, απεικονίζονται οι γονείς και, κατά κανόνα, ένα ή δύο από τα παιδιά.
Παρότι η οικογένεια παρέμεινε σημαντικός θεσμός στο Βυζάντιο όλη την περίοδο του Μεσαίωνα, στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στις παραδοσιακές οικογενειακές δομές. Τα στενά όρια της πυρηνικής οικογένειας διευρύνθηκαν, ώστε να περιλάβουν τους εξ αίματος συγγενείς. Η μετάβαση από την πυρηνική στην ευρύτερη οικογένεια αποτυπώνεται στη στάση ή τις ενέργειες της εκάστοτε δυναστείας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τον 7ο αιώνα ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε τους θείους και τα ξαδέλφια του ως αντίζηλους και πιθανούς εχθρούς. Γι’ αυτόν το λόγο ο ακρωτηριασμός ή η τύφλωσή τους έτεινε να αποτελέσει τον κανόνα. Κατάλοιπα αυτής της πρακτικής συναντάμε και αργότερα, λ.χ. στη σύσταση του Ιωάννη Δούκα προς τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Γ΄ να παντρευτεί τη γεωργιανή πριγκίπισσα Μαρία, διότι, ως αλλοδαπή, δεν είχε συγγενείς που θα αποτελούσαν απειλή για τον αυτοκράτορα. Αντίθετα, ο Αλέξιος Α΄, που διαδέχτηκε τον Νικηφόρο Γ΄, είχε εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις, θεωρώντας τους απογόνους και τους συγγενείς του κύριο στήριγμα του θρόνου του.
Έκφραση της χαλάρωσης των παραδοσιακών ενδοοικογενειακών δομών ήταν η ενίσχυση και πάλι του ρόλου των γυναικών. Μολονότι οι οικογένειες παρέμεναν πατριαρχικές, οι γυναίκες, τουλάχιστον στις ανώτερες τάξεις, άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο. Η κοινωνική αυτή τάση, που χαρακτηρίζει την περίοδο των Κομνηνών, είναι εμφανής αν συγκρίνει κανείς τις κυρίες της αριστοκρατίας στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα με τις αντίστοιχες δέσποινες παλαιότερων εποχών. Η αυτοκράτειρα Ζωή (όπως και η αδελφή της Θεοδώρα), παρά την ιστορική σημασία της αφού ήταν τελευταία από τους ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας, ήταν μια πολιτικά θλιβερή μορφή, με ενδιαφέροντα στραμμένα λιγότερο προς τις κρατικές υποθέσεις και περισσότερο προς τη νυφική παστάδα, τα αρώματα και τις αλοιφές. Οι άλλες γυναίκες της εποχής της Ζωής, όπως περιγράφονται από τους χρονικογράφους, παρέμεναν επίσης μορφές του γυναικωνίτη και όχι της κοινωνικής ζωής. Από τα τέλη, όμως, του 11ου αιώνα, εμφανίζονται στους αυτοκρατορικούς κύκλους αρκετές δραστήριες, μορφωμένες και πολιτικά οξυδερκείς γυναίκες. Η Άννα Δαλασσηνή συγκυβερνούσε επίσημα με τον γιό της, τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄. Αλλά και η Ειρήνη Δούκαινα, σύζυγος του Αλεξίου Α΄, όχι μόνο ακολουθούσε τον σύζυγό της στις εκστρατείες του, αλλά και συνωμοτούσε ανοιχτά κατά του γιού της, Ιωάννη Β΄. Η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α΄, ήταν συγγραφέας, φιλότεχνη και η ψυχή ενός πολιτικού και φιλολογικού κύκλου που αντιτασσόταν στον ανιψιό της Μανουήλ Α΄. Η σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, χήρα του Ανδρονίκου, δεύτερου γιού του Ιωάννη Β΄, υπήρξε προστάτις και χορηγός πολλών λογίων και συγγραφέων. Όπως η Άννα Κομνηνή, αντιπολιτευόταν και αυτή τον κουνιάδο της, Μανουήλ Α΄. Για λογαριασμό της ο Πρόδρομος ή ψευδο-Πρόδρομος έγραψε ένα μακροσκελές ποίημα, που περιείχε αρκετές εκφράσεις της καθομιλουμένης και απευθυνόταν στον Μανουήλ Α΄. Στο έργο αυτό, η Ειρήνη εμφανίζεται να κατηγορεί θαρραλέα τον αυτοκράτορα ότι την καταδιώκει αδίκως. Η Μαρία Κομνηνή, κόρη του Μανουήλ Α΄, μαζί με τον σύζυγό της, καίσαρα Ιωάννη (Renier του Μομφερράτου), τέθηκε επικεφαλής της αριστοκρατικής συνωμοσίας του 1181, που κατέληξε σε ένοπλες αψιμαχίες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, η Ευφροσύνη, σύζυγος του Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, διηύθυνε ουσιαστικά τις κρατικές υποθέσεις, και όποιος επιζητούσε την αυτοκρατορική εύνοια απευθυνόταν σ’ εκείνη. Ενώ απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα με την κατηγορία της απιστίας, κατόρθωσε αργότερα να επιστρέψει, να εκδικηθεί τους εχθρούς της και να ανακτήσει την πρότερη θέση της.
Η νέα σημασία που απέκτησαν οι απόγονοι και η αλλαγή της θέσης της γυναίκας συνέτειναν ίσως στην εξασθένηση της πυρηνικής οικογένειας. Η διάβρωση του θεσμού αυτού τον 12ο αιώνα είναι προφανής, αν αναλογιστεί κανείς την ευκολία με την οποία διαπράττονται μοιχείες. Ο Μανουήλ Α΄, που συζούσε με την ανιψιά του Θεοδώρα, έδινε ο ίδιος το παράδειγμα. Η σχέση του με τη Θεοδώρα ήταν τόσο αναγνωρισμένη, ώστε η σύζυγός του, αυτοκράτειρα Βέρθα του Σούλτσμπαχ (Ειρήνη, στις βυζαντινές πηγές) περνούσε εντελώς απαρατήρητη στην Αυλή. Η εξουσία της περιοριζόταν σε αγαθοεργίες και στην εκπαίδευση της κόρης της. Παρότι η Θεοδώρα ήταν παντρεμένη με τον σεβαστό Νικηφόρο Χαλούφη, ο γιός της από τον Μανουήλ, με το όνομα Αλέξιος, αναγνωρίστηκε ως γιός του αυτοκράτορα και πήρε τον ανάλογο τίτλο του σεβαστοκράτορα. Ο Ανδρόνικος Α΄, ξάδελφος του Μανουήλ, πάντρεψε τη φυσική του κόρη Ειρήνη με τον Αλέξιο, και μάλιστα επί ένα διάστημα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ο Αλέξιος θα διαδεχόταν τον Ανδρόνικο στο θρόνο. Οι ερωτικές σχέσεις του Ανδρονίκου ήταν επίσης γνωστές και, όπως στην περίπτωση του Μανουήλ Α΄, δεν ήταν απλές απιστίες. Ενώ οι νόμιμες σύζυγοι και των δύο είχαν επιλεγεί με πολιτικά, οικονομικά ή γενεαλογικά κριτήρια, για τις ερωμένες τους μοναδικό κριτήριο ήταν το πάθος των αυτοκρατόρων. Συχνά, άλλωστε, οι εραστές ήταν και στενοί συγγενείς. Η δημόσια αυτή περιφρόνηση τόσο προς τους ηθικούς νόμους όσο και προς τους θρησκευτικούς περιορισμούς για την αιμομιξία αποκαλύπτει, περισσότερο από τις ίδιες τις πράξεις, τις κοινωνικές τάσεις της εποχής.
Απ’ τις νομοκανονικές βυζαντινές πηγές, που αναφέρονται στη βιολογική φύση της γυναίκας, προκύπτει η διαπίστωση πως οι αντιλήψεις της βυζαντινής κοινωνίας, πάνω στο θέμα αυτό, συνδέονταν και επηρεάζονταν απ΄ τις αντιλήψεις της εκκλησίας και της βυζαντινής ιατρικής: πάντως η επίσημη ιατρική δε θεωρούσε ως πιθανό αποτέλεσμα της συνεύρεσης σε περίοδο φυσιολογικής αιμορραγίας τη σύλληψη παιδιών με γενετικές ανωμαλίες. Ο Ορειβάσιος, που η δραστηριότητά του τοποθετείται στην εποχή του Ιουλιανού, και ο Παύλος ο Αιγινίτης, γιατρός του 7ου αιώνα, αναφέρουν μεν ότι η συνουσία κατά τις περιόδους κάθαρσης είναι καλό να αποφεύγεται, στόχος τους όμως δεν είναι η προστασία της υγείας των παιδιών που ίσως προέρχονταν από τέτοιου είδους επαφές, αλλά η αποφυγή της περαιτέρω ταλαιπωρίας του σώματος. Την ίδια άλλωστε συμβουλή δίνουν για τις περιπτώσεις δυσπεψίας, κόπωσης ή οξείας διάρροιας. Ο Παύλος μάλιστα, που ήταν αποδεδειγμένα χριστιανός, αναφέρει ως καταλληλότερο χρόνο για τη σύλληψη τις τελευταίες ημέρες της περιόδου. Ο Αέτιος Αμιδηνός, που έζησε τον 6ο αιώνα, στη Γυναικολογία του δεν απαγορεύει τις επαφές κατά την κάθαρση, παρά σε περιπτώσεις που ακολουθούνταν κάποια θεραπευτική αγωγή για γυναικολογικό πρόβλημα. Ο ίδιος μάλιστα θεωρεί ως χρόνο κατάλληλο για σύλληψη όχι μόνο το τέλος, αλλά και την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Στα έργα των Μητροδώρας, Μιχαήλ Ψελλού, Ιωάννη Ακτουαρίου και στο Ιατροσόφιο του Σταφιδά δεν αναφέρονται καθόλου σχετικά στοιχεία. Από τη σιωπή αυτή συνάγεται, κατά πάσα πιθανότητα, πως η σεξουαλική επαφή κατά τη διάρκεια της καταμήνιας κάθαρσης δεν απαγορευόταν απ’ τους γιατρούς, παρά τις αντίθετες και πολυποίκιλες λαϊκές δοξασίες. Όλα τα παραπάνω στοιχεία μπορούν να διαγράψουν το ιδεολογικό υπόβαθρο της γυναικολογικής ιατρικής στο Βυζάντιο, τουλάχιστον για την εποχή στην οποία αναφέρονται.
Για την κοινωνική και προσωπική ζωή της μέσης και κατώτερης βυζαντινής ίσχυαν τα ακόλουθα: όταν η βυζαντινή κόρη συμπλήρωνε τα 12 της χρόνια, οι γονείς της δια μέσου συγγενικών ή φιλικών προσώπων, των προξενητών, αναζητούσαν ως σύζυγο κάποιο νέο που να είχε συμπληρώσει τουλάχιστον τα 14 του χρόνια. Αυτό βέβαια δεν απέκλειε τον έρωτα, που δεν ήταν σπάνιος στο Βυζάντιο. Ο αρραβώνας, που η διάρκειά του δεν υπερέβαινε τα δύο χρόνια, ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός, με επισημότητα σχεδόν θρησκευτική και επικύρωση με γραπτό συμβόλαιο. Πριν από το γάμο υπογραφόταν ένα άλλο συμβόλαιο, στο οποίο οριζόταν η προίκα της νύφης και τα δώρα του γαμπρού. Τη νύφη οδηγούσε στην εκκλησία ο μελλόνυμφος, αφού ως επικεφαλής πομπής την παραλάμβανε από το πατρικό της σπίτι. Μετά τη γαμήλια τελετή ακλουθούσε επίσημο δείπνο. Η νομοθεσία του κράτους, παρά την αντίθετη γνώμη της εκκλησίας, αναγνώριζε το δικαίωμα διαζυγίου, όταν το επιθυμούσαν και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη. Το δεύτερο γάμο αποδοκίμαζε η εκκλησία, αλλά δεν τον απαγόρευε η Πολιτεία. Ο τρίτος γάμος προκαλούσε αυστηρές κυρώσεις, ενώ ο τέταρτος επέφερε συνήθως τον αφορισμό από την Εκκλησία. Πρώτος απ’ τους χριστιανούς αυτοκράτορες, ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε το 331 τον ακόλουθο νόμο περί διαζυγίου: «Όταν μια γυναίκα στείλει αναγγελία διαζυγίου, θα πρέπει να ερευνώνται μόνο οι ακόλουθες κατηγορίες: υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτός είναι φονιάς, μάγος ή τυμβωρύχος; Αν ναι, τότε αυτή η γυναίκα θα πρέπει να επαινείται και να ανακτά όλη την προίκα της. Αν όμως έχει στείλει αναγγελία διαζυγίου για λόγους ανεξάρτητους από αυτές τις τρεις κατηγορίες, θα πρέπει να αφήσει ακόμη και την τελευταία της φουρκέτα στο σπίτι του συζύγου της και να εκτοπισθεί σε κάποιο νησί για τη μεγάλη της έπαρση. Αν οι άνδρες στείλουν αναγγελία διαζυγίου, θα πρέπει να ερευνηθούν οι εξής τρεις κατηγορίες: επιθυμούν να αποκηρύξουν μια μοιχαλίδα, μάγισσα ή μαστροπό; Αν κάποιος άνδρας διώξει τη σύζυγό του η οποία δεν έχει αποδεδειγμένα σχέση μ’ αυτές τις κατηγορίες, θα πρέπει να της επιστρέψει όλη την προίκα και ο ίδιος να μην ξαναπαντρευτεί. Αν πράγματι πράξει κάτι τέτοιο, επιτρέπεται στην τέως σύζυγο να εισέλθει στο σπίτι του και να μεταβιβάσει στον εαυτό της όλη την προίκα της δεύτερης συζύγου, ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη»( G. Clarck, Oι γυναίκες στην όψιμη αρχαιότητα, σ.52).
Η ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη της βυζαντινής γυναίκας στο ακριβό και εκλεπτυσμένο κόσμημα, όπως παραδίδεται από μαρτυρίες και παραστάσεις, φαίνεται να ενισχύεται όχι μόνον από τη γυναικεία φιλαρέσκεια αλλά και από τις τάσεις επίδειξης πλουτισμού του ανδρικού επίσης φύλου. Δεν είναι σπάνιες οι μαρτυρίες των κειμένων όπου ο πλούτος ή υψηλά ιστάμενος σύζυγος, που δεν παρέλειπε ποτέ ο ίδιος να φορεί τη ζώνη του αξιώματός του -συχνά περίτεχνη και με πετράδια στολισμένη- , φροντίζει επίσης να ντύνει τη γυναίκα του με πλούσια φορέματα και ακριβά κοσμήματα, που εύκολα θα δήλωναν την υψηλή κοινωνική του θέση.
Τα πολυτελή αυτά αντικείμενα, που τα πρώτα χρόνια μένουν ακόμη έξω από τη φιλοσοφία και τη θεολογική σκέψη του Βυζαντίου, εξακολουθούν να εκτιμώνται, να φυλάσσονται σε ώρες κινδύνων, να επιδεικνύονται σε ώρες χαράς και ευημερίας. Άδικα οι πατέρες της Εκκλησίας σχολιάζουν αρνητικά το φαινόμενο ή παραπονούνται γι’ αυτή τη ματαιοδοξία του ποιμνίου τους. Που αι νυν γυναίκες... εκβαλέ μου της φιλοκόσμου γυναικός την χείρα, και οράς αυτήν κεχρυσωμένην... Πόσων πενήτων, ειπέ μοι πλεονεξίαν η χειρ σου βαστάζει; Όπερ είπον εισέρχη εις την εκκλησίαν κεχρυσωμένην τας χείρας και τον τράχηλον..., παρατηρεί ο Χρυσόστομος (PG 55, στ. 507).
Και το κόσμημα εξακολουθεί να παράγεται και μάλιστα για όλα τα βαλάντια και τις προτιμήσεις των Βυζαντινών. Γιατί από τον κανόνα της φιλοκόσμου γυναίκας δεν εξαιρείται και η φτωχή Βυζαντινή, όπως αποδεικνύεται από τα φρικτά παράπονα που κάνει στον Πτωχοπρόδρομο η στερημένη από κοσμήματα σύζυγος: «Ουκ οίδα εις δακτύλιν μου κρικέλλιν δακτυλίδιν- ουδέ βραχιόλιν μ’ έφερες ποτέ να το φορέσω». Και τότε το δαχτυλίδι γίνεται απλό κι ακόσμητο κρικέλλι και το βραχιόλι, τα ενώτια κι η πόρπη από χαλκό, γυαλί, ορείχαλκο ή ασήμι.
Στο διττό αυτό προορισμό το βυζαντινό κόσμημα εξελίσσεται, ποικίλλεται με ευαισθησία από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες και εμφανίζει αριστουργήματα τόσο στις πολυτελείς και δαπανηρές δημιουργίες όσο και στα ταπεινότερα και απλούστερα αντικείμενα του είδους του.
Η γυναικεία, όμως, ιερή μορφή που ενσαρκώνει και συμπυκνώνει τις θετικές και επαινετές ιδιότητες της, κατά τα άλλα, αδύναμης και ατελούς γυναικείας φύσης, είναι, για το σύνολο της βυζαντινής κοινωνίας, η Παναγία. Αυτή, με την τελειότητα, παρθενικότητα, τρυφερότητα και φιλανθρωπία της, αποτελεί την άλλη, θετική όψη του νομίσματος: είναι το αντίβαρο της Εύας που με την ευπιστία της έβλαψε την ανθρωπότητα. Εύα λοιπόν και Παναγία συναποτελούν για το βυζαντινό ιδεολογικό σύμπαν το γυναικείο αίνιγμα
Η Παναγία, εξ αιτίας της συσχετίσεώς της με πολεμικά γεγονότα κατά τη βυζαντινή περίοδο, έλαβε και την χαρακτηριστική προσωνυμία «Παναγία της Νίκης» ή «Νικοποιός».
Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, η Θεοτόκος αναδεικνύεται η Προστάτιδα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήδη επί των Αυτοκρατόρων Μαυρικίου, Φωκά, Ηρακλείου, η Θεοτόκος εικονιζόταν σε σφραγίδες και νομίσματα του Κράτους, στη θέση της Θεάς Νίκης. Και όπως η Νίκη κρατούσε ασπίδα, έτσι περίπου και η Παναγία, σε ασπιδοειδή δίσκο έφερε τον Χριστό, που ήταν και ο κατ’ εξοχήν χορηγός της νίκης. Αργότερα η Θεοτόκος έλαβε την επίσημη ονομασία της «Νικοποιός», όπως μαρτυρείται από νομίσματα του Μιχαήλ Δούκα (1071-1078), του Νικηφόρου Βοτανιάτη (1078-1081), κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι αυτοκράτορες θεωρούσαν τιμή τους να εικονίζονται σε νομίσματα με τη Θεοτόκο: π.χ. ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο οποίος εικονίζεται να τον στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα η Θεοτόκος, έχοντας την επιγραφή: «Θεοτόκε βοήθει Ιωάννη τω Δεσπότη».
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι η Κωνσταντινούπολη, ήταν αφιερωμένη στην Παναγία. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των Ναών, των Μονών και των Προσκυνημάτων που υπήρχαν εκεί προς τιμήν της. Το ίδιο ομολογούν και οι πολλές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας που εφυλάσσοντο στην Πόλη. Στην Κωνσταντινούπολη είχε γίνει, λοιπόν, συνείδηση όλων, ότι η Παναγία ήταν η μεγάλη Προστάτιδά τους. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία το ότι φυλάσσονταν στη Βασιλεύουσα, μεταφερμένα από τα Ιεροσόλυμα, το Μαφόριο (η Σκέπη) και η Ζώνη της Θεοτόκου. Έτσι στις δύσκολες στιγμές των πολέμων κατέφευγαν στη βοήθεια και Σκέπη της Παναγίας. Η ιδιαίτερη ευλάβεια του βυζαντινού στρατού στην Παναγία αποδεικνύεται περίτρανα και από την ύπαρξη της εικόνας της «Παναγίας Νικοποιού», που σώζεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, μεταφερμένη εκεί απ’ τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας. Η παλαιά αυτή εικόνα την οποία οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «Στρατηγό των Λεγεώνων», «Ακατανίκητη» και «Αήττητη», θεωρούνταν προστάτιδα του βυζαντινού στρατού και οι απεικονίσεις της χρησιμοποιούνταν ως λάβαρο στους πολέμους. Η αυθεντική αυτή εικόνα φυλασσόταν σε παρεκκλήσιο που έφερε το όνομά της στο Μέγα Παλάτιον. Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, αποδίδοντας με ποιητικό και συγκινητικό τρόπο αυτή την υπέρμετρη λατρεία στο πρόσωπο της Παναγίας εκ μέρους του βυζαντινού στρατού, βάζει στα χείλη του πολεμιστή αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου τα εξής υπέροχα λόγια:
«Μαρία Κυρά Αθηνιώτισσα, πιο γαλανή, πιο ωραία,
στον πιο ωραίο, πιο γαληνό μέσα στους θρόνους θρόνο,
νικήτρια εσύ της Αθηνάς και σκέπη της Αθήνας.
Στον πόλεμο οδηγήτρα Εσύ μεσίτρα στην ειρήνη,
Υπέρμαχη Στρατήγισσα, σ’ Εσέ τα νικητήρια!».
Καθ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων η γυναικεία δράση και παρουσία σε εκκλησία και κοινωνία υπήρξε συνεχής. Βέβαια, κατά εποχές, το μοναχικό και ακραιφνές συντηρητικό πνεύμα την περιόριζε, αλλά αυτή έβρισκε πάντα γόνιμο έδαφος για καρποφορία, συμβολή στις εξελίξεις και πρωτοβουλίες παντοειδείς. Τα βυζαντινά γυναικεία μοναστήρια ιδιαίτερα διακρίθηκαν για την εξάσκηση έργων φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας. Περιέθαλπαν φτωχές γυναίκες, παρείχαν σε άπορες γνώσεις και απασχόληση στην υφαντική και πλεκτική τέχνη, ώστε με τα είδη που κατασκευάζονταν να ντύνονται τα ορφανά των πτωχοκομείων και ορφανοτροφείων, τα οποία βρίσκονταν συνήθως κοντά σε μοναστήρια. Μάλιστα σε πολλά απ’ αυτά υπήρχε εργοδότρια αδελφή. Πολλές απ’ τις γυναίκες μοναχές είχαν ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις και περιέθαλπαν ασθενείς γυναίκες. Εξάλλου στα ορφανοτροφεία οι μικρές τρόφιμες εκπαιδεύονταν συνήθως από γυναίκες μοναχές. Οι αδελφές επέβλεπαν τα μικρά κορίτσια στην εκμάθηση της υφαντικής, της κεντητικής, της μουσικής κι άλλων χρήσιμων πρακτικά τεχνών. Στα μοναστήρια υπήρχαν δύο κιβώτια, ο σκοπός των οποίων φαίνεται απ’ τις επιγραφές τους: στο ένα αναγράφεται η φράση «εις αιχμαλώτων ανάρρυσιν» και στο άλλο «εις πενήτων διατροφήν». Με τα χρήματα που συλλέγονταν σ’ αυτά περιθάλπονταν οι πάσχοντες και εξαγοράζονταν οι αιχμάλωτοι από τους πειρατές που λυμαίνονταν τις θάλασσες της Μεσογείου και απ’ τους βαρβάρους που διενεργούσαν επιδρομές. Μοναχές «λουτράρισσες» πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, σαπουνίζοντας και σφουγγίζοντας με τα «σπαρτία» (τζίβες) τις απελευθερωμένες αιχμάλωτες και οδηγώντας τες σε αναπαυτικές κλίνες. - Marikaki
Αρχαία Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ελληνικό κόσμο κατά την περίοδο της Αρχαιότητας. Αναφέρεται όχι μόνο στο έδαφος του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αλλά και σε εκείνες τις περιοχές που εγκαταστάθηκαν στους αρχαίους χρόνους ελληνικοί πληθυσμοί, όπως η Κύπρος, η Ιωνία (σημερινά δυτικά παράλια της Τουρκίας), η Σικελία και η νότια Ιταλία (γνωστή ως Μεγάλη Ελλάδα), και των διεσπαρμένων ελληνικών εγκαταστάσεων στις ακτές όλης της Μεσογείου.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι η αρχαία Ελλάδα, στη ρωμαϊκή εκδοχή της[1], αποτελεί το θεμέλιο λίθο του δυτικού πολιτισμού.Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός επηρέασε βαθιά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που διέδωσε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό σε πολλές περιοχές της επικράτειάς της. Ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων άσκησε σημαντική επίδραση στη γλώσσα, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τις τέχνες, ιδίως κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Δυτική Ευρώπη και κατά τις κλασικιστικές περιόδους το 18ο και 19ο αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Παρθενώνας, ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά, αποτελεί ένα από τα σύμβολα του πολιτισμού της Αρχαίας Ελλάδας.
Η περίοδος από το 1600 έως το 1100 π.Χ., η Ύστερη εποχή του Χαλκού, ονομάζεται Μυκηναϊκή Περίοδος. Η περίοδος από περίπου το 1100 π.Χ. έως περίπου το 800 π.Χ. ονομάζεται Σκοτεινοί αιώνες ή Γεωμετρική Εποχή, για την οποία διαθέτουμε πλέον τις ανάλογες αρχαιολογικές μαρτυρίες, αλλά και ενδιαφέρουσες θεωρίες σημαντικών ιστοριογράφων της εποχής μας, που ενίοτε αντικρούουν τις κλασικές γνώσεις μας για τη ροή της ελληνικής ανάπτυξης. Από τον 8ο έως και τον 6ο π.Χ. αιώνα έχουμε την Αρχαϊκή Εποχή. H Κλασική εποχή οριοθετείται με την έναρξη του 5ου π.Χ. αιώνα και το θάνατο του Αλεξάνδρου, (323 π.Χ.), οπότε ξεκινά και η Ελληνιστική εποχή.
Πηγές για την αρχαία ελληνική ιστορία
Η τεκμηρίωση των ιστορικών γεγονότων που συνοδεύουν την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού, πέραν των φιλολογικών μαρτυριών ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών, ή ρητόρων όπως ο Δημοσθένης και ο Ισοκράτης ή φιλοσόφων όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είναι εφικτή και μέσω της ερμηνείας των αρχαιολογικών ευρημάτων. Επίσης,παρόλο που σε γενικές γραμμές η αρχαία ιστοριογραφία επικεντρώνεται κυρίως στην ανάπτυξη της Αθήνας, σύγχρονοι ερευνητές έχουν δημοσιεύσει σωρεία μελετών για τις άλλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, παρέχοντάς μας πλέον μια σφαιρική εικόνα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Η προέλευση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού
Σύμφωνα με τις ενδείξεις από την έως τώρα έρευνα, ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στην ελληνική χερσόνησο κατά το τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας, για να αναμιχθούν με τους τοπικούς προελληνικούς πληθυσμούς και να διαμορφώσουν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Στον ελλαδικό χώρο είχαν λοιπόν προηγηθεί οι φορείς της γεωργικής επανάστασης της ύστερης μεσολιθικής και της νεολιθικής εποχής και, στη συνέχεια, του Πρωτοελλαδικού, Κυκλαδικού και του λαμπρού Μινωικού πολιτισμού.
Κατά το τέλος της Πρωτο-Ελλαδικής ΙΙΙ περιόδου (περί το 2000 π.Χ.) τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν πιθανή εισβολή νεοφερμένων. Μια δεύτερη παλαιότερη εισβολή πιστοποιείται αρχαιολογικά κατά το τέλος της Πρωτο-Ελλαδικής ΙΙ περιόδου, εκατόν πενήντα χρόνια νωρίτερα. Το ποια από τις δύο εισβολές είναι η κάθοδος των ελληνόφωνων (Πρωτοελλήνων) στον ελλαδικό χώρο δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Υπάρχει μάλιστα η άποψη (στηριγμένη σε φιλολογικά δεδομένα) οτι η πρώτη εισβολή προήλθε από πρωτο-λουβιακά στοιχεία της Μ. Ασίας, τα οποία άφησαν στην ελληνική γλώσσα τα θεωρούμενα ως προελληνικά φθογγικά στοιχεία -σσ-, -νθ και -νδ- (βλ. λέξεις Παρνασσός, Κόρινθος, Λίνδος).[2] Αυτή η άποψη για την πρωτοκαθεδρία των Λουβίων στον ελλαδικό χώρο δεν είναι δεκτή από όλους τους ερευνητές, ωστόσο δεν αμφισβητείται ο ινδοευρωπαϊκός χαρακτήρας του προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος.[3]
Τα αρχαιολογικά ευρήματα στη δυτική (Νυδρί Λευκάδας) και την ανατολική Ελλάδα (Εύτρηση, Ορχομενός Βοιωτίας) κάνουν ελκυστική την υπόθεση της διαδρομής των ελληνόφωνων από Βορρά προς Νότο δυτικά της Πίνδου, με πιθανή ταυτόχρονη κίνηση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μέσω των νησιών του Αιγαίου. Η μετακίνηση δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε παντού από καταστροφές, παρ' όλο που τα αρχαιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν κάποια βίαια επεισόδια κατά τη διάρκεια των προαναφερθέντων εισβολών. Σίγουρα όμως παρατηρούνται αλλαγές στον πολιτισμικό εξοπλισμό ακόμα και εκεί που δεν παρατηρούνται καταστροφές. Τίποτα πάντως δεν μπορεί να είναι απολύτως βέβαιο για τη σκοτεινή αυτή εποχή, όπως π.χ. οποιαδήποτε υπόθεση για την εθνολογική διαφοροποίηση ή μη αυτών των ομάδων εισβολέων.[4] Επιπλέον, οι προσπάθειες στο παρελθόν να αποδοθούν συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά - όπως τα γκρίζα "μινυακά" αγγεία και ο τύπος οικοδομήματος που είναι γνωστός ως "μέγαρον" - στους ελληνόφωνους εισβολείς δεν είναι πια αποδεκτές σήμερα.[5] Επίσης, δεν ευσταθεί η παλιά αντίληψη οτι ο οι ελληνόφωνοι έφεραν τον κεραμικό τροχό, το άρμα και τις οχυρωμένες ακροπόλεις. Αντιθέτως, τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν πως υπήρξε σαφής πολιτισμική οπισθοδρόμηση κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο και οτι οι νεοφερμένοι απέκτησαν ανώτερο πολιτισμό μόνο όταν ήρθαν σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, όπως αυτόν των γειτόνων τους στο Αιγαίο.[6]
Η πληθυσμιακή και πολιτισμική ανάμειξη μεταξύ των νεοφερμένων πρωτοελλήνων και των προελλήνων οδήγησε στην γένεση του ελληνικού πολιτισμού. Οι περιοχές νοτίως της Θεσσαλίας δέχτηκαν την ισχυρή επίδραση του ανεπτυγμένου Μινωικού πολιτισμού, γεγονός που οδήγησε στην άνθηση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Αντίθετα, τα βορειοδυτικά ελληνικά φύλα, τα οποία έμειναν άμοιρα της Μινωικής επίδρασης, παρέμειναν σε χαμηλότερο πολιτιστικό επίπεδο. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έδωσε τα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα της Νότιας Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλος, Ορχομενός κ.α.) και της Κρήτης καθώς και την πρώτη ελληνική γραφή, τη Γραμμική Β'. Στις πινακίδες της Γραμμικής Β' ανιχνεύουμε και τα πρώτα στοιχεία της μετέπειτα αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Η παρακμή του Μυκηναϊκού κόσμου στο τέλος της Υστερο-Ελλαδικής περιόδου (στα τέλη του 13ου αι. π.Χ.) οδήγησε στη σταδιακή εξαφάνιση των μυκηναϊκών κέντρων κατά την Υπομυκηναϊκή περίοδο, η οποία τελειώνει το 1.100 π.Χ. περίπου, την ολοκληρωτική εξαφάνιση της γραφής και τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες.
Κάποτε οι μελετητές συνέδεαν τις καταστροφές του τέλους της μυκηναϊκής εποχής με την Επιστροφή των Ηρακλειδών και την Κάθοδο των Δωριέων οι οποίες πέρασαν στη μνήμη της αρχαίας ηρωικής παράδοσης. Σήμερα όμως, λίγοι θα δέχονταν την υπόθεση μιας τέτοιας εισβολής, όπως τη δέχονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Είναι πιο αποδεκτή η θεωρία της προσωρινής αναστάτωσης λόγω επιδρομών, ενώ η εισβολή νέων φύλων μετατίθεται στα γεγονότα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (Σκοτεινοί Αιώνες).[7]
Με το τέλος της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, οι Έλληνες διακρίνονται ήδη στις φυλές που γνωρίζουμε από την Κλασική εποχή. Η παλαιότερη θεωρία κατά την οποία οι ομιλητές των αχαϊκών και ιωνικών διαλέκτων ήρθαν κατά κύματα στην εποχή της καθόδου των ελληνόφωνων στον ελλαδικό χώρο δεν είναι πια αποδεκτή. Επομένως, πριν το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, δεν μπορούμε να μιλάμε για σαφή διαχωρισμό των μετέπειτα ελληνικών διαλέκτων αλλά για τρεις το πολύ γλωσσικές ομάδες. Τη βόρειο-ελληνική και τους δύο φορείς της Μυκηναϊκής, την Αρκαδική (ή Αρκαδοκυπριακή) και την Αιολική, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες μεταξύ τους.[8]. Κατ' άλλους μελετητές, οι δυο σπουδαιότερες διάλεκτοι στο Μυκηναϊκό χώρο ήταν η Αρκαδοκυπριακή και η Ιωνική.[9]
Κατά τους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν, έλαβε χώρα η τελευταία μεγάλη αναστάτωση στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή η Κάθοδος των Δωριέων. Είναι γεγονός πως η αρχαία παράδοση γύρω από την έλευση των Δωριέων έχει διασώσει κάποιο ιστορικό πυρήνα, όπως την κατά προσέγγιση διαδρομή τους από βορρά προς νότο. Στην παράδοση αυτή, όμως, έχουν παρεισφρύσει πολλές φανταστικές λεπτομέρειες και στοιχεία της πολιτικής προπαγάνδας των μετέπειτα ελληνικών πόλεων-κρατών. Αρχαιολογικά, τα πιθανά αποδεικτικά στοιχεία της καθόδου των Δωριέων είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθούν. Επίσης, δεν είναι αποδεκτό οτι οι Δωριείς ήταν αυτοί που έφεραν από τη βόρεια Βαλκανική τη χρήση του σιδήρου, καθώς θεωρείται εισαγωγή από την Ανατολή[10] Γίνεται πάντως ελκυστική η υπόθεση ότι οι Δωριείς ήταν πολιτιστικά καθυστερημένοι νομάδες κτηνοτρόφοι στο περιθώριο του μυκηναϊκού κόσμου, οι οποίοι κάποια στιγμή ανέλαβαν έντονη επιθετική δραστηριότητα, πιεζόμενοι κι αυτοί από τα βόρεια.[11]
Με το τέλος της δωρικής επέκτασης, από τις μη βορειοελληνικές διαλέκτους στην Πελοπόννησο απέμεινε μόνο η αρκαδική, στα ορεινά της Αρκαδίας. Εκείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει ο Α' Αποικισμός και οι Αιολείς αποίκησαν τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και την Αιολία της Μικράς Ασίας ενώ οι Ίωνες το κύριο μέρος των νησιών του Αιγαίου και την κλασική Ιωνία.
Με τον Β' Αποικισμό, αποικήθηκε η Χαλκιδική, η Μεθώνη και η Πύδνα από τους Χαλκιδείς και την Ερέτρια, ενώ η Μίλητος ίδρυσε πολυάριθμες αποικίες στη Θράκη, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο πόντο. Η Κόρινθος εδραίωσε την ισχύ της στο Ιόνιο ιδρύοντας τις εκεί αποικίες της (Κέρκυρα, Επίδαμνος, Απολλωνία κλπ.). Αν σε αυτά προστεθεί και ο αποικισμός της Μεγάλης Ελλάδας (νότιος Ιταλία) και της Σικελίας, μπορούμε να πούμε ότι, κατά το 600 π.Χ., η κατανομή του ελληνισμού στη Μεσόγειο έχει ολοκληρωθεί.
Η Γεωμετρική εποχή
Κύριο λήμμα: Γεωμετρική εποχή
Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. προβάλλοντας από τη Γεωμετρική Περίοδο η Ελλάδα μεταβάλλει τον πολιτισμό της από προφορικό σε γραπτό. Η χρήση ενός προσαρμοσμένου από τη φοινικική γραφή αλφάβητου μας παρέχει τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες μιας ουσιαστικής μεταβολής για τον ελληνικό πολιτισμό, ενώ η ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής και της κεραμικής τον θεμελιώνει σε μια τεχνολογική και καλλιτεχνική βάση. Βέβαια, η ενοποιημένη άποψη που έχουμε σήμερα για τον ελληνικό πολιτισμό δε συνεπάγεται και την ανάλογη ενότητα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο εκείνα τα χρόνια. Εξαιτίας της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας η Ελλάδα της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου ακολουθεί λίγο-πολύ τον τοπικισμό της μυκηναϊκής εποχής, διαιρεμένη σε μικρές ανεξάρτητες κοινότητες που χαρακτηρίζονται με τον γενικό όρο πόλις-κράτος.
Η Αρχαϊκή εποχή
Κύριο λήμμα: Αρχαϊκή εποχή
Η οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη του ελλαδικού χώρου αλλά και οι ενδοκοινοτικές πολιτικές συγκρούσεις οδήγησαν ένα τμήμα του ηπειρωτικού και του νησιωτικού πληθυσμού σε ένα ρεύμα αποικισμών, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού κύματος προς όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Από το 750 π.Χ. έως το 550 π.Χ. οι Έλληνες δημιούργησαν αποικίες προς όλες τις κατευθύνσεις. Προς την ανατολή αποίκισαν αρχικά τις ακτές του Αιγαίου στη Μικρά Ασία, κατόπιν την Κύπρο και τις ακτές της Θράκης, τον Βόσπορο και τις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, ως τη σημερινή Ουκρανία. Προς τη δύση οι Έλληνες αποίκισαν την Ιλλυρία (σημερινή Αλβανία), τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, την Κορσική και τις βόρειες μεσογειακές ακτές που καλύπτει η σύγχρονη Γαλλία και η Ισπανία, ως τις Ηράκλειες Στήλες. Ελληνικές αποικίες απαντώνται, επίσης, στην Αίγυπτο και τη Λιβύη. Πόλεις όπως οι Συρακούσες, η Νάπολη, η Μασσαλία ή η Κωνσταντινούπολη προέκυψαν στην πραγματικότητα από τις ελληνικές αποικίες των Συρακουσών, Νεάπολης, ή του Βυζάντιου, αποικίας των Μεγαρέων.
Έως τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, η Ελλάδα έγινε το πολιτισμικό και γλωσσικό κέντρο μιας γεωγραφικής περιοχής πολύ μεγαλύτερης των φυσικών ορίων της. Αν και οι αποικίες δεν ελέγχονταν πολιτικά από τις μητροπόλεις τους, λόγω της απόστασης από αυτές, η διατήρηση των εμπορικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών δεσμών βοήθησε στη δημιουργία ενός ζωντανού ιστού αλληλεπίδρασης.
Η κλασική εποχή]
Κύριο λήμμα: Κλασική εποχή
Η κλασική περίοδος χαρακτηρίζεται έντονα από την ανάπτυξη της πόλης-κράτους, που είχε ήδη γίνει η βασική μονάδα κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης του ελληνικού κόσμου.
Περσικοί πόλεμοι
Κύριο λήμμα: Περσικοί πόλεμοι
Καθώς στην Ιωνία οι ελληνικές πόλεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν μεγάλα κέντρα, όπως η Μίλητος και η Αλικαρνασσός, δε μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους περιήλθαν υπό την κυριαρχία της περσικής αυτοκρατορίας προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα. Το 499 π.Χ. οι Έλληνες των ιωνικών πόλεων ξεκίνησαν την Ιωνική Επανάσταση και η Αθήνα μαζί με την Ερέτρια κινήθηκαν προς βοήθειά τους.
Το 490 π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς, Δαρείος Α', έχοντας καταστείλει την εξέγερση των ιωνικών πόλεων από το 494 π.Χ., έστειλε το στόλο του να τιμωρήσει τις δύο πόλεις. Ο περσικός στρατός κατέστρεψε την Ερέτρια και αποβιβάστηκε στην Αττική, αλλά στη μάχη του Μαραθώνα ηττήθηκε από τους Αθηναίους και άλλους υπό το στρατηγό Μιλτιάδη.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο διάδοχος του Δαρείου, Ξέρξης Α', ηγήθηκε μίας πολύ ισχυρότερης ναυτικής και στρατιωτικής δύναμης εναντίον των Ελλήνων. Αφού καθυστερήθηκε από το βασιλιά της ΣπάρτηςΛεωνίδα στις Θερμοπύλες, ο Ξέρξης προέλασε στην Αττική και πυρπόλησε την Αθήνα. Οι Αθηναίοι, όμως, είχαν εγκαταλείψει την πόλη τους και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας χάρη στην ιδιοφυΐα του Θεμιστοκλή. Την επόμενη χρονιά, οι Έλληνες υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία, νίκησαν τον περσικό στρατό στις Πλαταιές. Η δεύτερη ήττα των Περσών και ο θάνατος του στρατηγού τους Μαρδόνιου οδήγησαν στην οπισθοχώρησή του στην Ασία.
Η κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες την ίδια χρονιά θεωρείται το τέλος των περσικών πολέμων.
Η σημασία που είχε για τους Έλληνες η νίκη τους εναντίον των Περσών ήταν ζωτική. Απομάκρυνε τον κίνδυνο υποταγής και προκάλεσε και μια σειρά κοινωνικών αλλαγών στο εσωτερικό των πόλεων. Ακόμη, άνοιξε ο δρόμος ώστε οι Αθηναίοι να αναδειχθούν ως ηγετική πολιτική, στρατιωτική και οικονομική δύναμη στον ελλαδικό χώρο, ιδρύοντας τη Δηλιακή ή Α' Αθηναϊκή Συμμαχία.
Η αθηναϊκή ηγεμονία
Μετά τους Περσικούς πολέμους η πόλη της Αθήνας έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης στη θάλασσα και το εμπόριο, αν και σοβαρός ανταγωνιστής της παρέμεινε η Κόρινθος με τη γεωργική παραγωγή και τα φημισμένα κεραμικά της εργαστήρια. Ηγετική φυσιογνωμία του χρυσού αιώνα όπως αποκαλείται για την αθηναϊκή ανάπτυξη και την κυριαρχία της στις άλλες πόλεις υπήρξε ο Περικλής, για τον οποίο πληροφορίες συλλέγουμε από τον Θουκυδίδη και τον Πλούταρχο. Είναι εκείνος που χρησιμοποιεί τα χρήματα των συμμάχων του, προκειμένου να χτίσει τον Παρθενώνα και άλλα λαμπρά μνημεία της κλασικής Αθήνας. Ως τα μέσα, καθοδηγούμενη από την απληστία της Αθήνας η συμμαχία της Δήλου μετατράπηκε ουσιαστικά σε αθηναϊκή αυτοκρατορία, γεγονός που επικυρώθηκε από τη μεταφορά του συμμαχικού θησαυρού από τη Δήλο στον Παρθενώνα το 454 π.Χ.
Όπως ήταν φυσικό ο πλούτος της Αθήνας προσέλκυσε χαρισματικούς ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, παρ´όλη την αυστηρότητα του καθεστώτος των μετοίκων. Η ίδια η αθηναϊκή πολιτεία προώθησε τη γνώση και τις τέχνες. Έγινε το κέντρο της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και των τεχνών (βλ. θέατρο και γλυπτική). Ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα των τεχνών και των γραμμάτων έζησαν στην Αθήνα αυτής της περιόδου: ανάμεσά τους δραματικοί ποιητές όπως ο Αισχύλος, o Σοφοκλής, o Ευριπίδης και ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης, φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων και ο Σωκράτης, ιστοριογράφοι όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών, ποιητές όπως ο Σιμωνίδης και γλύπτες όπως ο Φειδίας. Η πόλη έγινε -σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Περικλή- "το σχολείο της Ελλάδας", (βλ. επίσης Εκπαίδευση στην αρχαία Ελλάδα).
Οι άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη αποδέχθηκαν αρχικά την αθηναϊκή ηγεμονία στον διαρκή πόλεμο κατά των Περσών, αλλά σταδιακά η Αθήνα εξελίχθηκε σε ιμπεριαλιστική δύναμη. Μετά την ολοκληρωτική νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, όμως, ορισμένες πολιτείες δυσανασχέτησαν και επεχείρησαν να αποσχισθούν από τη συμμαχία, με αποτέλεσμα την πλήρη και ωμή επίδειξη πολεμικής ισχύος από μέρους της Αθήνας, όπως τουλάχιστον την καταθέτει ο Θουκυδίδης στον περίφημο διάλογο των Μηλίων, μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο διάλογος, έτσι όπως κατατίθεται από τον ιστορικό, είναι επίδειξη πολιτικού ρεαλισμού, σε ό,τι αφορά στην πολεμική ισχύ. Επιβάλλεται το δίκαιο του ισχυροτέρου και η άποψη των Μηλίων πως η παράδοση είναι πράξη δειλίας, αντιμετωπίζεται περιφρονητικά από τους Αθηναίους (Θουκυδίδης 5.100). Αν οι Μήλιοι επιδείξουν σωφροσύνη -κλασική αρετή στην κοινωνία του 5ου π.Χ. αιώνα- τότε θα αναγνωρίσουν ότι δεν είναι αγών από του ίσου περί ανδραγαθίας και ότι η τιμωρία δεν είναι η αισχύνη (Θουκυδίδης 5.101). Το θέμα είναι η επιβίωση και εδώ οι ηθικοί φραγμοί δεν έχουν κανένα νόημα. Σύμφωνα με τη γλώσσα του αθηναίου ιστορικού, είναι δύσκολο να ανταγωνιστεί κανείς την φυσική πραγματικότητα –στην προκειμένη περίπτωση την πολεμική ισχύ των Αθηνών. Αυτό είναι το κομβικό σημείο με το οποίο ανοίγουν και κλείνουν οι Αθηναίοι το διάλογό τους με τους Μηλίους. Αντίθετα με τους Αθηναίους του Ηρόδοτου, που ποτέ δεν παραδίδονται στον Ξέρξη και αρνούνται να προδώσουν τους Έλληνες, οι Αθηναίοι του Θουκυδίδη αποτιμούν ψυχρά την πολεμική ισχύ τους και φυσικά ακολουθούν τη λογική αυτής της αποτίμησης με τα ανάλογα αποτελέσματα ενός εμφύλιου σπαραγμού.
Πελοποννησιακός πόλεμος
Κύριο λήμμα: Πελοποννησιακός πόλεμος
Αλκιβιάδης
Αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν στην πραγματικότητα ο δεύτερος πόλεμος μεταξύ των συνασπισμών της Αθήνας και της Σπάρτης.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η σύγκρουση μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης έχει τις ρίζες της στους περσικούς πολέμους του 5ου π.Χ. αιώνα. Μετά από την περσική εκστρατεία του Ξέρξη ενάντια στην Ελλάδα και την επακόλουθη απώθησή του το 479, οι Αθηναίοι ανέλαβαν την ηγεσία του πολέμου ενάντια στην Περσία στις ελληνικές ακτές της Μικράς Ασίας. Η συμμαχία της Δήλου, που σχηματίστηκε το 478, πήρε τη μορφή μιας αυτοκρατορίας, καθώς οι Αθηναίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν την ωμή δύναμη, για να αποτρέψουν οποιονδήποτε από τους «συμμάχους» τους να αποσυρθεί από τη συμμαχία. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την εγρήγορση της Σπάρτης και εν τέλει τη στρατιωτική επέμβασή της ενάντια στις φιλοδοξίες των Αθηναίων για πανελλήνια κυριαρχία.
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διαιρείται παραδοσιακά σε τρεις φάσεις: τον Αρχιδάμειο πόλεμο (431-421 π.Χ.), την Ειρήνη του Νικία και τη Σικελική εκστρατεία (420-413 π.Χ.) και τον Ιωνικό πόλεμο (412-404). Τα πρώτα δέκα χρόνια του πολέμου πήραν το όνομα του σπαρτιάτη βασιλέα Αρχίδαμου Β΄, που ξεκίνησε τον πόλεμο ενάντια στην Αθήνα και του οποίου η προσεκτική πολιτική κυριάρχησε στην σπαρτιατική στρατηγική των πρώτων πολεμικών επιχειρήσεων.
Η σπαρτιατική στρατηγική σύμφωνα με τον Αρχίδαμο ήταν η συγκέντρωση των στρατευμάτων της συμμαχίας στον Ισθμό και η εισβολή στην αττική γη.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η στρατηγική των Αθηναίων, αντίθετα, προϊόν της ευφυΐας του Περικλή ήταν η απόσυρση των κατοίκων της υπαίθρου εντός των τειχών και η εκτεταμένη επιθετική παρουσία του αθηναϊκού στόλου στις ακτές της Πελοποννήσου (Ναύπακτος). Παρόλο που αυτή η στρατηγική απέδωσε καρπούς ο λοιμός που ξέσπασε στην Αθήνα αφάνισε περίπου το 1/4 των πολιτών, περιλαμβανομένου του Περικλή και των γιων του.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Μετά τον θάνατο του Περικλή οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν κατά προτροπή του δημαγωγού Κλέωνα, την πρότερη συντηρητική και αμυντική τακτική τους φέρνοντας τον πόλεμο κοντά στη Σπάρτη και τους συμμάχους της και χτίζοντας φρούρια σε σημαντικές για τον πόλεμο περιοχές. Ένα από τα σημαντικότερα βρισκόταν κοντά στην Πύλο, στο νησάκι της Σφακτηρίας. Εκεί οι Αθηναίοι όχι μόνο δέχονταν τους αποστάτες είλωτες της σπαρτιατικής συμμαχίας, αλλά εξωθούσαν τους είλωτες σε εξέγερση. Οι αποφασιστικές μάχες, τις οποίες κέρδισαν οι Αθηναίοι και ο άπειρος πολεμικά Κλέων, δόθηκαν στην Πύλο και τη Σφακτηρία. Οι Σπαρτιάτες υπό την καθοδήγηση του Βρασίδα στράφηκαν στην αθηναϊκή αποικία της Αμφίπολης, η οποία ήλεγχε τους πόρους του παρακείμενου ορυχείου αργύρου, πόρους με τους οποίους χρηματοδοτείτο οι αθηναϊκός στρατός. Στη μάχη της Αμφίπολης τόσο ο Κλέων όσο και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν. Οι αντίπαλοι αντάλλαξαν αιχμαλώτους και υπέγραψαν ανακωχή.
Η ειρήνη του Νικία κράτησε έξι περίπου χρόνια, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάψουν οι αψιμαχίες και οι τακτικοί ελιγμοί ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, όπως και οι εσωτερικές εντάσεις στην αθηναϊκή και τη σπαρτιατική συμμαχία. Καθ' ον χρόνο οι Σπαρτιάτες απείχαν από τη στρατιωτική δράση, ορισμένοι από τους συμμάχους τους άρχισαν να μιλούν για εξέγερση. Υποστηρικτής τους ήταν το Άργος, ισχυρή πολιτεία στην Πελοπόννησο. Οι Αργείοι, σύμμαχοι των Αθηναίων, κατόρθωσαν να σχηματίσουν μια ισχυρή συμμαχία κατά των Σπαρτιατών. Στη μάχη της Μαντίνειας το 418 π.Χ., Οι Λακεδαιμόνιοι με τους γείτονές τους Τεγεάτες, αντιμετώπισαν τον ενωμένο στρατό του Άργους, των Αθηνών και της Μαντίνειας της Αρκαδίας.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η συμμαχία είχε γίνει και με τις διπλωματικές κινήσεις του Αλκιβιάδη, αλλά το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο απ'ότι προσδοκούσε.Η Σπάρτη νίκησε, ισχυροποιήθηκε,σταθεροποίησε την κατάσταση στην Πελοπόννησο και κανένας στην Πελοποννησιακή Συμμαχία δεν αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία της μέχρι το τέλος του πολέμου.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Η φιλοδοξία του Αλκιβιάδη δεν περιορίστηκε μετά την μάχη της Μαντίνειας.Αντίθετα μάλιστα μεγάλωσε, αν κρίνουμε από το μεγαλεπήβολο σχέδιό του για ανάμειξη της Αθήνας στη Δύση και συγκεκριμένα στη Σικελία όπου η πόλη της Εγέστας ζήτησε τη βοήθεια της Αθήνας κατά των Συρακουσών.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Ο Φίλιππος Β΄ (359-336 π.Χ.) μετά από την νίκη του στην Χαιρώνεια επί των Θηβαίων και των Αθηναίων επιβάλλει την ηγεμονία του στον ελληνικό χώρο. Μετά την δολοφονία του τον διαδέχεται ο Μ. Αλέξανδρος ο οποίος το 334 πχ θα ξεκινήσει την μεγάλη προέλαση του στην Ασία καταλύοντας την Περσική Αυτοκρατορία ( νίκες επί των Περσών στον Γρανικό το 334 π.Χ. ,στην Ισσό το 333 π.Χ., στα Γαυγάμηλα το 331 π.Χ., κατάληψη Σογδιανής και Βακτριανής το 329 π.Χ. και εκστρατεία στην Ινδία το 326 π.Χ. ) Το 323 π.Χ. πεθαίνει από άγνωστα,σήμερα,αίτια στη Βαβυλώνα.
Ελληνιστικός κόσμος
Κύριο λήμμα: Ελληνιστική εποχή
Μετά από τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., οι κατακτήσεις του διαμοιράστηκαν μεταξύ των διαδόχων του. Από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων, προέκυψαν τα τέσσερα ελληνιστικά βασίλεια: το πτολεμαϊκό στην Αίγυπτο, το βασίλειο των Ατταλιδών ή βασίλειο της Περγάμου, το βασίλειο των Σελευκιδών και το βασίλειο της Μακεδονίας το οποίο, από το 294 π.Χ. και εξής, διοικούσαν μέλη της δυναστείας των Αντιγονιδών. Ο τρίτος προχριστιανικός αιώνας είναι η εποχή της ακμής και της ισχύος των ελληνιστικών βασιλείων, κατά τη διάρκεια του οποίου επικρατεί σχετική σταθερότητα. Η σταθερότητα αυτή διαταράσσεται από το 200 π.Χ. με την έναρξη του Β’ μακεδονικού πολέμου, ο οποίος εγκαινίασε την ανάμιξη και τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις της ανερχόμενης δύναμης της εποχής, της Ρώμης, στις διενέξεις των ελληνιστικών πόλεων και βασιλείων. Παρόλο που το μακεδονικό βασίλειο προσπάθησε να αποκρούσει τις ρωμαϊκές δυνάμεις, η ήττα του Φιλίππου Ε' στις Κυνός Κεφαλαί το 197 π.Χ. και του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. σήμαναν την κατάλυση του βασιλείου. Την ίδια μοίρα ακολούθησαν και τα υπόλοιπα κράτη της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία βρέθηκε ολόκληρη υπό ρωμαϊκή κυριαρχία το 146 π.Χ.. Η επέκταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην ελληνιστική Ανατολή ολοκληρώθηκε το 30 π.Χ. με την κατάλυση του τελευταίου εναπομείναντος ελληνιστικού βασιλείου, του πτολεμαϊκού
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Η οικογένεια στη Βυζαντινή εποχή είναι ως εξής. Την οικογένεια την προστάτευε η εκκλησία και το κράτος και η εκκλησία καθιέρωσε τον γάμο. Ο άντρας εκείνη την εποχή ήταν και ο αρχηγός της οικογένειας και υπολόγιζε και την γυναίκα του και άκουγε την γνώμη της ενώ η γυναίκα καθόταν στο σπίτι και ασχολιόταν με το νοικοκυριό της, μελέταγε την Αγία Γραφή, φρόντιζε τα παιδιά, δίδασκαν την Αγία Γραφή στις κόρες, φιλοξενία και όποιες γυναίκες είχαν κληρονομήσει από τον μπαμπά της χρήματα δηλαδή ήταν πλούσιες μπορούσαν να εργαστούν ως γιατροί, μαίες, καλλιγράφησες, έμποροι και πλοιοκτήτριες και η διατροφή εκείνη την εποχή ήταν ότι οι γυναίκες έτρωγαν ξεχωριστά από τους άντρες,η διατροφή τους ήταν πλούσια, επιρροή της θρησκείας και τα τρόφιμα ήταν πολύ κρέας, κυνήγι, ψάρια, αβγά, γαλακτοκομικά, όσπρια, φρούτα, λίγο ελαιόλαδο και κρασί οι ΜΟΝΑΧΟΙ όμως είχαν αυστηρές νηστείες, ψωμί, λαχανικά, ψάρι και λίγο κρασί.
imageΌνομα: Δωροθέα
Τμήμα: Β΄3
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ
Η οικογένεια στην Μεταβυζαντινή εποχή είναι ότι κύριο στήριγμα του ελληνισμού υπήρξε η οικογένεια. Ο άντρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας, εξωτερικές εργασίες, αγροτικές ασχολίες, αλιεία, ναυσιπλοΐα, βιοτεχνία, εμπόριο και περιοδεύουν μαστόροι. Η γυναίκα ασχολιόταν με το νοικοκυριό, φροντίδα παιδιών, οικοτεχνία (κεντητική, υφαντική, αγγειοπλαστική) ετοιμασία προίκας κοριτσιών και φιλοξενία ενώ στην ΚΡΗΤΗ: Έμποροι και Δανείστριες. Η διατροφή είχε νηστείες και λιτή διατροφή μπορούσαν να φάνε ψωμί με κρεμμύδι και μπορούσαν να το φάνε με ελιές ή τυρί ή παστό κρέας τα υπόλοιπα που είχαν για να φάνε ήταν όσπρια, χόρτα, λίγο κρασί και στα ΝΗΣΙΑ είχαν ψαρικά.
Όνομα:Δωροθέα
Τμήμα:Β'3
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Οι άντρες είχαν ασχολία με τα κοινά,εξωτερικές εργασίες και ανατροφή των αγοριών μετά τα 7 τους χρόνια ενώ οι γυναίκες είχαν οργάνωση με του νοικοκυριού, επίβλεψη των δούλων, φύλαξη αγαθών, παρασκευή υφασμάτων, ανατροφή των παιδιών μέχρι τα 7 τους χρόνια και φιλοξενία και η διατροφή στην αρχαία Ελλάδα ότι οι γυναίκες έτρωγαν χωριστά από τους άντρες, αυτά που έτρωγαν ήταν ψάρι, ψωμί, χόρτα,κρεμμύδια, ελιές, λάδι, όσπρια, τυρί, ξηρούς καρπούς, φρούτα, γλυκά με μέλι, λίγο κρέας και νερωμένο κρασί. Όλα αυτά γίνονται στην Αθήνα.
Όνομα:Δωροθέα
Τάξη:Β'3
Η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία
Αμαλία Κ. ΗλιάδηΜπορεί, σύμφωνα με τη γυναικεία τους φύση, οι βυζαντινές αρχόντισσες να σύχναζαν στο πιο απόμακρο σημείο του βυζαντινού παλατιού, στους σκιερούς και γαλήνιους κήπους με τα κρυστάλλινα και γάργαρα νερά που σιγοψιθύριζαν με τη ροή τους γλυκύτατους ήχους και που, κατά τους χρονογράφους της εποχής τους, σχημάτιζαν ολόγυρά τους κάτι "σαν μια καινούρια Εδέμ", κάτι σαν "ένα δεύτερο παράδεισο" και στην οροφή του ιδιαίτερου κοιτώνα τους με τα χρυσά αστέρια έλαμπε στη μέση ο σταυρός, το σύμβολο της λύτρωσης και οι τοίχοι να έμοιαζαν σαν "σμαλτωμένο λιβάδι με λουλούδια", ώστε η αίθουσα να έχει πάρει το όνομα της Μούσας ή της Αρμονίας, αυτές όμως οι τόσο διαφορετικές μορφές φλέγονταν από ανησυχίες που κόχλαζαν εντός τους κι επεδίωκαν με πάθος να συμμετάσχουν στην πολιτική σκακιέρα, να διαπρέψουν στα γράμματα, να διαδώσουν τον πολιτισμό του Βυζαντίου.
Η ζωή μιας σπουδαίας γυναίκας του βυζαντίου, της Άννας της Κομνηνής της Πορφυρογέννητης πριγκίπισσας, είναι ενδεικτική αυτού του πάθους για εξουσία και μόρφωση. Ο συγκινητικός της θάνατος επιστεγάζει μια ζωή γεμάτη ένταση και σφοδρές αντιφάσεις: Η πορφυρογέννητη Άννα ήταν μια γυναίκα επαναστάτρια για την εποχή της. Για να πετύχει τους σκοπούς της δε χρησιμοποίησε γυναικεία "όπλα"(γοητεία, πονηριά), αλλά καθαρά αντρικά "μέσα"(δύναμη, τόλμη, επιμονή). Ίσως και να ήταν η πρώτη φεμινίστρια στα χρονικά της ανθρωπότητας, αλλά η απόπειρά της ήταν καταδικασμένη να αποτύχει μέσα στην αυστηρά ανδροκρατούμενη κοινωνία του Βυζαντίου.
Η περίπτωση, βέβαια, της Άννας της Κομνηνής αποτελεί εξαιρετικό δείγμα μορφωμένης βυζαντινής της ανώτατης αριστοκρατίας, καθώς τα κορίτσια της κοινωνικής της τάξης μορφώνονταν στο σπίτι-και στα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου, σύμφωνα με τον Steven Runciman, είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία από τα αγόρια διότι απολάμβαναν περισσότερη ιδιωτική προσοχή.
Είναι γεγονός πως πολλές απ΄ τις αρχοντικής καταγωγής κυρίες του Βυζαντίου «εξετέθησαν» στην πολιτική και αναμείχτηκαν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα της εποχής τους με αποτέλεσμα ν’ αφήσουν στις κατοπινές γυναίκες μια σοβαρή κληρονομιά τριβής με τα κοινά. Μάλιστα, κάποιες απ’ τις βυζαντινές αυτοκρατόρισσες έφταναν στο να δολοφονήσουν τα ίδια τους τα παιδιά, προκειμένου να μην τους πάρουν την εξουσία. Άλλες βυζαντινές αρχόντισσες έλαμψαν δια της παρασκηνιακής τους παρουσίας.
Οπωσδήποτε και κατά κοινή ομολογία των μελετητών του θέματος, η θέση της γυναίκας στο Βυζάντιο ήταν πολύ καλύτερη απ’ αυτή στην αρχαία Ελλάδα. Στο Βυζάντιο υπήρξαν γυναίκες αυτοκράτειρες, γυναίκες-ηγετικές μορφές, γυναίκες ιατροί: απ΄τους πρώτους αιώνες της ζωής του ως το 1453, σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, καταγράφονται υπηρεσίες παροχής κοινωνικής πρόνοιας και περίθαλψης, στη λειτουργία των οποίων σπουδαίο ρόλο έπαιζαν οι γυναίκες: τρανό παράδειγμα, το νοσοκομείο του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα, στο οποίο υπήρχε μια γυναίκα γιατρός, τέσσερις γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί και δύο γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί τους. Επιπροσθέτως, οι γυναίκες του Βυζαντίου δε θεωρήθηκαν ανάξιες να κατέχουν το ύψιστο αξίωμα του κράτους απλά επειδή ήταν γυναίκες. Τέσσερις αυτοκράτειρες κυβέρνησαν μόνες τους-δίχως να έχουν σύζυγο-χωρίς να φέρει κανείς αντίρρηση λόγω του φύλου τους. Η Ζωή(914-919), η Ειρήνη(797-802), οι Θεοδώρα και Ζωή(1042), η Θεοδώρα(1054-1056). Σύμφωνα με την άποψη του εξαίρετου βυζαντινολόγου Steven Runciman, «συνταγματικός φραγμός στην ανάληψη της ύπατης εξουσίας από γυναίκα στο Βυζάντιο δεν υπήρχε. Και στο τέλος, αιτία της πτώσης της Ειρήνης ήταν περισσότερο η κακή της υγεία παρά το φύλο της. Ποτέ οι βασιλείες αυτών των γυναικών δε θεωρήθηκαν παράνομες».(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 78). Και βέβαια στο σημείο αυτό πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και τις γυναίκες που ουσιαστικά κυβερνούσαν το κράτος, έχοντας κάποιον άνδρα ως ανδρείκελο στο προσκήνιο, για λόγους ανωτέρας βίας ή «δημοσίων σχέσεων». Η κατάσταση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, μ’ όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματά της, το οποία θα εξεταστούν στη συνέχεια αυτού του άρθρου, ήταν ομολογουμένως υποφερτή, σε σχέση μ’ αυτή της ελληνικής αρχαιότητας.
Είναι σαφές και ιστορικά διαπιστωμένο γεγονός ότι πολίτης είναι αυτός που συμμετέχει ενεργά στα κοινά, είτε με την ψήφο του, είτε με την προσωπική του εμπλοκή στη δημόσια ζωή: ο πολιτικός, ο άρχοντας, ο στρατιώτης, ο εργαζόμενος. Και επειδή οι γυναίκες, ιστορικά, τα τελευταία μόνο χρόνια απέκτησαν τέτοιου είδους δυνατότητες και δικαιώματα, είναι φανερό ότι τα χαρακτηριστικά του πολίτη δεν αποδίδονται σ’ αυτές. Πόσο μάλλον στην εποχή του Βυζαντίου που ο αυτοκράτορας με την οικογένειά του και την αυλή του είναι η κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Ακολουθούν οι παλατιανοί αξιωματούχοι, οι αξιωματούχοι της εκκλησίας και οι δυνατοί, όπως λέγονταν οι πλούσιοι γαιοκτήμονες. Οι άρχοντες-αριστοκρατία του πλούτου-είναι οι κοινωνικά προνομιούχοι. Οι λαϊκές τάξεις-αστικός και γεωργικός πληθυσμός-αποτελούν τη βάση της πυραμίδας. Για όλους τους παραπάνω λόγους και γι΄ άλλους ακόμη, η βυζαντινή κοινωνία ήταν κοινωνία ανισότητας στα δικαιώματα ανάμεσα στα δύο φύλα. Όσο κι αν οι παραπάνω περιπτώσεις αρχοντισσών και γυναικών της ανώτατης αριστοκρατίας υποδεικνύουν μια αναβαθμισμένη θέση των γυναικών στη βυζαντινή κοινωνία, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός πως οι ευρύτερες μάζες των γυναικών ήταν παραγκωνισμένες απ’ το προσκήνιο της πολιτικής και κοινωνικής δράσης της εποχής τους. Η αντιπαράθεση, για παράδειγμα, της Άννας της Κομνηνής με μια σύγχρονη γυναίκα της εποχής μας μπορεί ν’ αποτελέσει το έρεισμα για συγκρίσεις και συσχετίσεις, οι οποίες καταδεικνύουν τις τυχόν ομοιότητες αλλά και διαφορές που προκύπτουν στην οπτική του φύλου και στα στερεότυπα που, σε κάθε εποχή διαμορφώνονται. Επομένως η ιστορικότητα και παράλληλα η κοινωνιολογική θεώρηση του ζητήματος της ισότητας των φύλων παίζουν σημαντικό ρόλο στο να εγερθούν αβίαστα μια σειρά από κεντρικά-κεφαλαιώδη ερωτήματα, που είναι ταυτόχρονα και υποθέσεις έρευνας:
Α) Ο τρόπος ζωής μιας βυζαντινής γυναίκας ήταν πανομοιότυπος σ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα ή αντίθετα υπήρξε διαφορετικός και ανάλογος με την κοινωνική τάξη στην οποία αυτή ανήκε, όπως επίσης ανάλογος προς την εποχή της μακραίωνης Βυζαντινής Ιστορίας;
Β) Ποιες υπήρξαν οι δυσκολίες, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, στην καθημερινότητα της βυζαντινής γυναίκας, προκειμένου ν’ αποκτήσει η ζωή της κάποια υπόσταση;
Γ) Ποια ήταν η σχέση της με το σύζυγο και τα παιδιά;
Δ) Ποια υπήρξε η σχέση της γυναίκας με την παιδεία και την εκπαίδευση στο Βυζάντιο;
Ε) Ίδια κυλούσε η ζωή της γυναίκας, ως παντρεμένης και ως ελεύθερης, στη βυζαντινή κοινωνία και υπήρχε, πραγματικά, η δυνατότητα για μια γυναίκα να ζήσει την ελεύθερη ζωή μιας λογίας έξω απ’ το μοναστήρι; Ποιες οι προοπτικές της, στην περίπτωση μάλιστα που ανήκε στη μεσαία ή στην κατώτερη τάξη, να μορφωθεί ή να ζήσει ελεύθερη απ’ την καταπίεση της ανδροκρατούμενης κοινωνίας της εποχής της;
ΣΤ) Και τελικά, οι ελεύθερες ώρες της Άννας Κομνηνής στο Σπουδαστήριο ισοσταθμίζονται, κατά ένα τρόπο, με τις ατέλειωτες ώρες δουλειάς μιας βυζαντινής υφάντρας; Κατ’ επέκταση, η σχέση του τρόπου ζωής μιας βυζαντινής αρχόντισσας με τον τρόπο ζωής μιας βυζαντινής γυναίκας της μεσαίας και κατώτερης τάξης παραπέμπει σε ανισότητες και διαφορές που εντοπίζει κανείς και ανάμεσα στα φύλα.(Ανεξάρτητα από κοινωνικό στρώμα ή τάξη, εφόσον η γυναίκα στο Βυζάντιο, πρακτικά, αντιμετωπίζεται ως ασθενές φύλο). Φυσικά και αδιαμφισβήτητα, η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία ήταν υποβαθμισμένη σε σχέση με του άνδρα και η αναφορά των περισσοτέρων γενικών εγχειριδίων βυζαντινής ιστορίας στα τρανταχτά και μεμονωμένα παραδείγματα γυναικών, όπως η Θεοδώρα του Ιουστινιανού ή η Άννα η Κομνηνή, αποδεικνύει, γι’ ακόμη μια φορά, πως η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Οπωσδήποτε, η γυναικεία παρουσία στη βυζαντινή κοινωνία συνέβαλε στη διαμόρφωσή της σε μια εποχή κατά την οποία το γυναικείο ιδεώδες συνδέεται στενά με τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια, σε αντίθεση με το ανδρικό ιδεώδες που σχετίζεται με πολέμους και βιαιότητες. Μάλιστα, ο ρόλος της αγίας γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, ως προς τη βαρύτητά του στη δημιουργία προτύπων εναλλακτικής ή συμβατικής φύσεως, υπήρξε άλλοτε διαλυτικός κι άλλοτε ενδυναμωτικός του θεσμού του γάμου. Άλλωστε, ο τρόπος που απεικονίζεται η γυναίκα στη βυζαντινή αγιογραφία αλλά και σε κοσμικές παραστάσεις, όπως επίσης και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στις ιστορικές πηγές είναι ιδιαίτερα αντιφατικός και αμφίσημος. Όσο για το ιδιαίτερο προφίλ που εμφανίζει η λόγια πριγκίπισσα Άννα η Κομνηνή, αυτό οφείλεται στον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε στη διάσωση της αγαθής φήμης του αυτοκράτορα πατέρα της, στη σημαντική συμβολή της στην προβολή του ανδρικού αριστοκρατικού ιδεώδους και τέλος στη συμμετοχή της σε μια ελευθεριότητα απόψεων που διέκρινε αρκετές από τις γυναίκες της τάξης της. Για τη δράση των λιγότερο επώνυμων γυναικών και πολύ περισσότερο τη δράση των ανωνύμων γυναικών της μεσαίας και κατώτερης τάξης, αυτή υπήρξε έντονη κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων και κυρίως κατά την Εικονομαχία. Στις περιπτώσεις αυτές ολόκληρα πλήθη γυναικών, σύμφωνα με τις πηγές, εξέρχονται της ιδιωτικής σφαίρας της καθημερινότητάς τους και εισέρχονται σε μια συναρπαστικότερη δημόσια σφαίρα ζωής και δραστηριοποίησης.
Μεγάλο κεφάλαιο στην Ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι η μεταλαμπάδευση του βυζαντινού-ελληνικού πολιτισμού στη δυτική Ευρώπη από τις βυζαντινές πριγκίπισσες που παντρεύτηκαν ξένους ευγενείς. Όταν ο Όθων Β΄ παντρεύτηκε την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Θεοφανώ, ακολουθώντας την αποφασιστική αυτή γυναίκα πλήθος Ελλήνων απ’ την Ανατολή και τη νότιο Ιταλία ήρθαν στο βορρά και εντάχθηκαν οργανικά στη γερμανική αυτοκρατορική αυλή. Εκεί η Θεοφανώ σκανδάλισε τους ντόπιους αριστοκράτες διότι φορούσε μεταξωτά και έκανε μπάνιο, σύμφωνα με τις συνήθειες των Κωνσταντινοπολιτών: στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αιώνα υπήρχαν 33 δημόσια λουτρά και, κατά μέσο όρο, οι Βυζαντινοί, αριστοκράτες και αστοί, λούζονταν σε αυτά 3 φορές την εβδομάδα. «Φριχτές» συνήθειες, που σύμφωνα με όραμα μιας αυστηρής καθολικής γερμανίδας μοναχής, θα την έστελναν στην κόλαση.(Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Αθήνα 1979). Τα ίδια περίπου προβλήματα αντιμετώπισε στη Βενετία, όπου παντρεύτηκε, η εξαδέλφη της Μαρία η Αργυρή επειδή εισήγαγε τη χρήση του πιρουνιού.
Στη διάρκεια της μακραίωνης βυζαντινής ιστορίας αναφέρονται πολλές μορφωμένες και καλοαναθρεμμένες γυναίκες. Οι δυνατότητες, όμως, για τη μόρφωση εν γένει των γυναικών στο Βυζάντιο ήταν πολύ περιορισμένες. Μερικοί ιστορικοί, ερευνώντας τις πηγές, διαπίστωσαν ότι ήδη απ’ τον 4ο αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι κοριτσιών και ήταν δυνατόν στις μεσαίες κοινωνικές τάξεις να τα στέλνουν μαζί με τα αγόρια στο σχολείο του Γραμματιστή (στοιχειώδης εκπαίδευση) για να μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν. Έχουμε ακόμη μαρτυρίες ότι όπως τα αγόρια πήγαιναν σε ανδρικά μοναστήρια για να διδαχθούν, όμοια και τα κορίτσια πήγαιναν σε γυναικεία. Είναι βέβαιο ακόμα ότι τα κορίτσια που ανήκαν σε πλουσιότερες τάξεις, έπαιρναν την ίδια περίπου μόρφωση με τα αδέρφια τους καθώς η διδασκαλία γινόταν στο σπίτι από ιδιωτικούς δασκάλους. Οπωσδήποτε όμως οι γυναίκες δεν μπορούσαν να πάνε στην ανώτατη εκπαίδευση.
Παρ’ όλες όμως αυτές τις δυσκολίες συναντούμε πολλές φωτισμένες γυναίκες με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια όπως η Υπατία στην Αλεξάνδρεια, φαινόμενο μοναδικό γυναίκας με πανεπιστημιακή μόρφωση, η Πουλχερία, αδερφή του Θεοδοσίου του Β΄ και η σύζυγός του Αθηναίδα-Ευδοκία κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου, η οποία συνετέλεσε στη σύνταξη του «Θεοδοσιανού κώδικα», η ποιήτρια Κασσιανή σπουδαία υμνωδός της ορθόδοξης Εκκλησίας, η μεγάλη ιστορικός Άννα Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου «Αλεξιάς» όπου εξιστορεί τα συμβάντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού. Ήταν επίσης ερασιτέχνης γιατρός και γνώριζε τόσα πολλά για την ιατρική, όσα κι ένας επαγγελματίας γιατρός.
Διάσημες για τη μόρφωσή τους ήταν οι κόρες του Κων/νου του Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, και η Ειρήνη, κόρη του μεγάλου Λογοθέτη Μετοχίτη. Πρέπει ακόμα ν’ αναφέρουμε την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ του Παλαιολόγου Θεοδώρα Ραούλαινα Παλαιολογίνα που κατείχε πολλούς κώδικες με έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ορισμένους από τους οποίους είχε αντιγράψει η ίδια. Πολλές γυναίκες στο Βυζάντιο είχαν γνώσεις Ιατρικής και εργάζονταν κυρίως στα γυναικεία τμήματα των νοσοκομείων όπου είχαν ίση θέση δίπλα στους άνδρες συναδέλφους τους.
Γοητευτικές και κακομούτσουνες, ενάρετες και διεφθαρμένες, πειθαρχημένες και γεμάτες αναίδεια, οι γυναίκες περνούν μέσα από τη Βυζαντινή Ιστορία, άλλοτε κηλιδωμένες με αίμα και λάσπη, άλλοτε στεφανωμένες με όλες τις αρετές: αιώνια γοητευτικές, που η χάρη τους, ξεφεύγοντας από τη φθορά των αιώνων, συνεχίζει να συγκινεί τις καρδιές και τις φαντασίες.
Θα αναφερθούμε κυρίως σ’ εκείνες τις γυναίκες που δεν είναι γεννημένες μέσα στην πορφύρα, που κατοικούν έξω απ’ τα αυτοκρατορικά παλάτια, για να διαπιστώσουμε σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν η αξιοσέβαστη σύζυγος ενός διοικητικού αξιωματούχου και η κοπέλα που εκπορνεύεται υπό τη σκέπη του τοίχου του ιπποδρόμου, ποια είναι η συμπεριφορά τους απέναντι στο διπλό και πρωταρχικό πρόβλημα, που ορθώνεται μπροστά στη γυναίκα του Βυζαντίου: το δίλημμα ανάμεσα στο γάμο και στον έρωτα.
Σ’ όλη την κοινωνική κλίμακα του Βυζαντίου η σύζυγος είναι πριν απ’ όλα η κυρία του σπιτιού και ύστερα, αν παραμένει ακόμη έστω και λίγο ωραία και νέα, είναι η ερωμένη. Το να είσαι νοικοκυρά σ’ ένα σπίτι μέσου μεγέθους στο Βυζάντιο δεν είναι εύκολο πράγμα, όπως μας το παρουσιάζει ο σύζυγός της ποιητής, Θεόδωρος Πτωχοπρόδρομος. Στην περίπτωσή της πρόκειται για μια γυναίκα τριάντα πέντε ετών, η οποία χάρισε στο σύζυγό της τέσσερα παιδιά. Το σπίτι της, το οποίο βρίσκεται σε μια λαϊκή συνοικία, μακριά από το κέντρο της πόλης, είναι ιδιοκτησία της. Προερχόμενη από εύπορη οικογένεια, παντρεύτηκε στην ηλικία των εικοσιτεσσάρων ετών, ύστερα από το θάνατο του πατέρα της σε μια κακιά ώρα, ένα ποιητή ράθυμο και φτωχό, ο οποίος, τα μόνα πράγματα που κουβάλησε στη συζυγική κοινότητα, ήταν το άλογό του και μια χαλασμένη φουφού. Η συμβίωση, όμως, «πάει καλά»! Ο σύζυγος δεν ασχολείται με καμιά δουλειά, γράφει στίχους ή αγορεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ στην ταβέρνα. Όταν επιστρέφει τρεκλίζοντας στο σπίτι, δοκιμάζει συχνά τη δυσάρεστη αίσθηση να τον αρπάζει ένας υπηρέτης και να τον πετάει έξω στο δρόμο. Ύστερα το παράθυρο ανοίγει και το εκδικητικό χέρι της συζύγου ρίχνει στο πεζοδρόμιο τους στίχους του και τα χαρτιά του. Δεν τον αντέχει πια. Ακούστε την πως του τα ψέλνει: «Φροντίζω το σπίτι και κάνω όλες τις δουλειές...Φροντίζω τα παιδιά καλύτερα κι από την καλύτερη παραμάνα...Υφαίνω μόνη μου τη ρόμπα που φορώ...Φτιάχνω τα πουκάμισα και τα παντελόνια». Στη συνέχεια ο τόνος της φωνής της ανεβαίνει: «Ποτέ δεν είδα φούστα, ποτέ δεν είδα από τα χέρια σου πασχαλιάτικο δώρο. Άντεξα έντεκα χρόνια φτώχειας και κακοπέρασης».
Η αποκρυστάλλωση της πυρηνικής οικογένειας που είχε ολοκληρωθεί ήδη τον 9ο αιώνα, άλλαξε ριζικά τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών. Την περίοδο της Εικονομαχίας οι γυναίκες συμμετείχαν ακόμη ενεργά στα κοινά, εμπλέκονταν μάλιστα ενεργά στη διαμάχη για τη λατρεία των εικόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκατάσταση των εικόνων προωθήθηκε από δύο γυναίκες, τις αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοδώρα. Στον Βίο του Αντωνίου του Νέου υπάρχει μια πολύτιμη λεπτομέρεια, που δείχνει ότι η δραστηριότητα των γυναικών δεν περιοριζόταν στις θρησκευτικές διαμάχες: όταν ο αραβικός στόλος, γύρω στο 825, επιτέθηκε στην Αττάλεια, ο κυβερνήτης της πόλης συγκέντρωσε στα τείχη όχι μόνο άνδρες αλλά και νεαρές γυναίκες ντυμένες με ανδρικά ρούχα. Ωστόσο, οι κοινωνικές εξελίξεις τον 10ο αιώνα οδήγησαν στον περιορισμό των γυναικών στα στενά όρια της οικογένειας. Η αλλαγή στην αγιολογική παράσταση της γυναίκας εκφράζει αυτές τις κοινωνικές μεταβολές. Όπως έχει επισημάνει η Ε. Patlagean, ο τύπος της αγίας που, για να εξασφαλίσει τη σωτηρία της φορούσε ανδρικά ρούχα και παραβίαζε τους κανόνες της γυναικείας συμπεριφοράς, εξαφανίστηκε τον 9ο αιώνα. Αυτή η εκδοχή της αγιότητας αντικαταστάθηκε από την εικόνα της ιδανικής συζύγου, η οποία, όπως η Μαρία η νέα ή η Θωμαίς της Λέσβου, ανεχόταν με ευσέβεια και υπομονή τη σκληρότητα, τη ζήλια ή την αδιαφορία ενός ανάξιου συζύγου.
Η παραδοσιακή εικόνα της βυζαντινής πατριαρχικής, πυρηνικής οικογένειας σκιαγραφείται από τον Κεκαυμένο. Η οικογένεια είναι αυτοδύναμη οντότητα, περιστοιχισμένη από ένα αόρατο τείχος που τη χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Οποιοσδήποτε δεν είναι στενά δεμένος μαζί της, έστω και φίλος, μπορεί, εισχωρώντας στον εσωτερικό αυτό κύκλο, να ξελογιάσει τις γυναίκες, να μάθει τα οικογενειακά μυστικά και γενικά να διαταράξει την οικογενειακή τάξη. Μια καλή σύζυγος, προσθέτει ο Κεκαυμένος, είναι η μισή ζωή, η υπόσχεση για μια καλή τύχη. Οι σύζυγοι πρέπει να είναι πιστοί και να αποφεύγουν τον δεύτερο γάμο όταν χηρεύουν. Η ανατροφή των παιδιών αντιμετωπίζεται επίσης με μεγάλη σοβαρότητα. Τα παιδιά οφείλουν να φοβούνται και να σέβονται τον αρχηγό της οικογένειας, αλλά αυτή η στάση πρέπει να είναι απόρροια καλής ανατροφής και όχι τιμωρίας και ξυλοδαρμού. Τα ανύπαντρα κορίτσια δεν επιτρέπεται, βέβαια, να εκτίθενται στο βλέμμα των ανδρών που δεν είναι συγγενείς. Αυτός ο περιορισμός των γυναικών, συζύγων και θυγατέρων, προκύπτει έμμεσα και από άλλα κείμενα της εποχής. Περιγράφοντας ένα σεισμό, ο Ατταλειάτης παρατηρούσε ότι οι γυναίκες, οι οποίες συνήθως περιορίζονταν στους χώρους του σπιτιού που τους αναλογούσαν, ξεχύθηκαν χωρίς ντροπή στους δρόμους όταν άρχισαν οι δονήσεις. Επίσης η Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι οι γυναίκες, όταν έβγαιναν στο δρόμο, κάλυπταν προσεκτικά το πρόσωπό τους.
Μια σύγκριση των νόμων που ίσχυαν στο Βυζάντιο για το διαζύγιο με τους αντίστοιχους νόμους της Δύσης φανερώνει τη σημασία που είχε η πυρηνική οικογένεια στην Ανατολή. Στη Ρώμη, τον 9ο αιώνα, επιτρεπόταν ακόμη το διαζύγιο με τη θέληση έστω και μόνο του ενός συζύγου. Στο Βυζάντιο, η παλαιά πρακτική του ελεύθερου διαζυγίου είχε καταργηθεί ήδη από τον 8ο αιώνα. Η χωριστή ιδιοκτησία των συζύγων, που αναγνωριζόταν από τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, αντικαταστάθηκε από την έννοια της οικογενειακής περιουσίας ως αδιαίρετου συνόλου, που την αποτελούσαν η προίκα και η προγαμιαία δωρεά. Μόνο μετά το θάνατο του συζύγου μπορούσε να διαιρεθεί η περιουσία, για να μοιραστεί εξίσου στη γυναίκα και τα παιδιά. Ο θεσμός των πρωτοτοκίων ήταν άγνωστος. Η σημασία της πυρηνικής οικογένειας προκύπτει επίσης από τις αφιερώσεις των δωρητών. Σε αυτοκρατορικές αναθηματικές προσωπογραφίες, όπως του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα, της συζύγου του, Ευδοκίας, και ενός από τους γιούς του στο Ψαλτήριο Μπαρμπερίνι, αλλά και σε εικόνες τοπικών αξιωματούχων, όπως του μάγιστρου Νικηφόρου Κασνίτζη, της συζύγου του και του γιού τους στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Κασνίτζη στην Καστοριά, απεικονίζονται οι γονείς και, κατά κανόνα, ένα ή δύο από τα παιδιά.
Παρότι η οικογένεια παρέμεινε σημαντικός θεσμός στο Βυζάντιο όλη την περίοδο του Μεσαίωνα, στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στις παραδοσιακές οικογενειακές δομές. Τα στενά όρια της πυρηνικής οικογένειας διευρύνθηκαν, ώστε να περιλάβουν τους εξ αίματος συγγενείς. Η μετάβαση από την πυρηνική στην ευρύτερη οικογένεια αποτυπώνεται στη στάση ή τις ενέργειες της εκάστοτε δυναστείας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τον 7ο αιώνα ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε τους θείους και τα ξαδέλφια του ως αντίζηλους και πιθανούς εχθρούς. Γι’ αυτόν το λόγο ο ακρωτηριασμός ή η τύφλωσή τους έτεινε να αποτελέσει τον κανόνα. Κατάλοιπα αυτής της πρακτικής συναντάμε και αργότερα, λ.χ. στη σύσταση του Ιωάννη Δούκα προς τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Γ΄ να παντρευτεί τη γεωργιανή πριγκίπισσα Μαρία, διότι, ως αλλοδαπή, δεν είχε συγγενείς που θα αποτελούσαν απειλή για τον αυτοκράτορα. Αντίθετα, ο Αλέξιος Α΄, που διαδέχτηκε τον Νικηφόρο Γ΄, είχε εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις, θεωρώντας τους απογόνους και τους συγγενείς του κύριο στήριγμα του θρόνου του.
Έκφραση της χαλάρωσης των παραδοσιακών ενδοοικογενειακών δομών ήταν η ενίσχυση και πάλι του ρόλου των γυναικών. Μολονότι οι οικογένειες παρέμεναν πατριαρχικές, οι γυναίκες, τουλάχιστον στις ανώτερες τάξεις, άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο. Η κοινωνική αυτή τάση, που χαρακτηρίζει την περίοδο των Κομνηνών, είναι εμφανής αν συγκρίνει κανείς τις κυρίες της αριστοκρατίας στα τέλη του 11ου και τον 12ο αιώνα με τις αντίστοιχες δέσποινες παλαιότερων εποχών. Η αυτοκράτειρα Ζωή (όπως και η αδελφή της Θεοδώρα), παρά την ιστορική σημασία της αφού ήταν τελευταία από τους ηγεμόνες της Μακεδονικής δυναστείας, ήταν μια πολιτικά θλιβερή μορφή, με ενδιαφέροντα στραμμένα λιγότερο προς τις κρατικές υποθέσεις και περισσότερο προς τη νυφική παστάδα, τα αρώματα και τις αλοιφές. Οι άλλες γυναίκες της εποχής της Ζωής, όπως περιγράφονται από τους χρονικογράφους, παρέμεναν επίσης μορφές του γυναικωνίτη και όχι της κοινωνικής ζωής. Από τα τέλη, όμως, του 11ου αιώνα, εμφανίζονται στους αυτοκρατορικούς κύκλους αρκετές δραστήριες, μορφωμένες και πολιτικά οξυδερκείς γυναίκες. Η Άννα Δαλασσηνή συγκυβερνούσε επίσημα με τον γιό της, τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄. Αλλά και η Ειρήνη Δούκαινα, σύζυγος του Αλεξίου Α΄, όχι μόνο ακολουθούσε τον σύζυγό της στις εκστρατείες του, αλλά και συνωμοτούσε ανοιχτά κατά του γιού της, Ιωάννη Β΄. Η Άννα Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου Α΄, ήταν συγγραφέας, φιλότεχνη και η ψυχή ενός πολιτικού και φιλολογικού κύκλου που αντιτασσόταν στον ανιψιό της Μανουήλ Α΄. Η σεβαστοκρατόρισσα Ειρήνη, χήρα του Ανδρονίκου, δεύτερου γιού του Ιωάννη Β΄, υπήρξε προστάτις και χορηγός πολλών λογίων και συγγραφέων. Όπως η Άννα Κομνηνή, αντιπολιτευόταν και αυτή τον κουνιάδο της, Μανουήλ Α΄. Για λογαριασμό της ο Πρόδρομος ή ψευδο-Πρόδρομος έγραψε ένα μακροσκελές ποίημα, που περιείχε αρκετές εκφράσεις της καθομιλουμένης και απευθυνόταν στον Μανουήλ Α΄. Στο έργο αυτό, η Ειρήνη εμφανίζεται να κατηγορεί θαρραλέα τον αυτοκράτορα ότι την καταδιώκει αδίκως. Η Μαρία Κομνηνή, κόρη του Μανουήλ Α΄, μαζί με τον σύζυγό της, καίσαρα Ιωάννη (Renier του Μομφερράτου), τέθηκε επικεφαλής της αριστοκρατικής συνωμοσίας του 1181, που κατέληξε σε ένοπλες αψιμαχίες στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Στα τέλη του 12ου αιώνα, η Ευφροσύνη, σύζυγος του Αλεξίου Γ΄ Αγγέλου, διηύθυνε ουσιαστικά τις κρατικές υποθέσεις, και όποιος επιζητούσε την αυτοκρατορική εύνοια απευθυνόταν σ’ εκείνη. Ενώ απομακρύνθηκε από την πρωτεύουσα με την κατηγορία της απιστίας, κατόρθωσε αργότερα να επιστρέψει, να εκδικηθεί τους εχθρούς της και να ανακτήσει την πρότερη θέση της.
Η νέα σημασία που απέκτησαν οι απόγονοι και η αλλαγή της θέσης της γυναίκας συνέτειναν ίσως στην εξασθένηση της πυρηνικής οικογένειας. Η διάβρωση του θεσμού αυτού τον 12ο αιώνα είναι προφανής, αν αναλογιστεί κανείς την ευκολία με την οποία διαπράττονται μοιχείες. Ο Μανουήλ Α΄, που συζούσε με την ανιψιά του Θεοδώρα, έδινε ο ίδιος το παράδειγμα. Η σχέση του με τη Θεοδώρα ήταν τόσο αναγνωρισμένη, ώστε η σύζυγός του, αυτοκράτειρα Βέρθα του Σούλτσμπαχ (Ειρήνη, στις βυζαντινές πηγές) περνούσε εντελώς απαρατήρητη στην Αυλή. Η εξουσία της περιοριζόταν σε αγαθοεργίες και στην εκπαίδευση της κόρης της. Παρότι η Θεοδώρα ήταν παντρεμένη με τον σεβαστό Νικηφόρο Χαλούφη, ο γιός της από τον Μανουήλ, με το όνομα Αλέξιος, αναγνωρίστηκε ως γιός του αυτοκράτορα και πήρε τον ανάλογο τίτλο του σεβαστοκράτορα. Ο Ανδρόνικος Α΄, ξάδελφος του Μανουήλ, πάντρεψε τη φυσική του κόρη Ειρήνη με τον Αλέξιο, και μάλιστα επί ένα διάστημα θεωρήθηκε δεδομένο ότι ο Αλέξιος θα διαδεχόταν τον Ανδρόνικο στο θρόνο. Οι ερωτικές σχέσεις του Ανδρονίκου ήταν επίσης γνωστές και, όπως στην περίπτωση του Μανουήλ Α΄, δεν ήταν απλές απιστίες. Ενώ οι νόμιμες σύζυγοι και των δύο είχαν επιλεγεί με πολιτικά, οικονομικά ή γενεαλογικά κριτήρια, για τις ερωμένες τους μοναδικό κριτήριο ήταν το πάθος των αυτοκρατόρων. Συχνά, άλλωστε, οι εραστές ήταν και στενοί συγγενείς. Η δημόσια αυτή περιφρόνηση τόσο προς τους ηθικούς νόμους όσο και προς τους θρησκευτικούς περιορισμούς για την αιμομιξία αποκαλύπτει, περισσότερο από τις ίδιες τις πράξεις, τις κοινωνικές τάσεις της εποχής.
Απ’ τις νομοκανονικές βυζαντινές πηγές, που αναφέρονται στη βιολογική φύση της γυναίκας, προκύπτει η διαπίστωση πως οι αντιλήψεις της βυζαντινής κοινωνίας, πάνω στο θέμα αυτό, συνδέονταν και επηρεάζονταν απ΄ τις αντιλήψεις της εκκλησίας και της βυζαντινής ιατρικής: πάντως η επίσημη ιατρική δε θεωρούσε ως πιθανό αποτέλεσμα της συνεύρεσης σε περίοδο φυσιολογικής αιμορραγίας τη σύλληψη παιδιών με γενετικές ανωμαλίες. Ο Ορειβάσιος, που η δραστηριότητά του τοποθετείται στην εποχή του Ιουλιανού, και ο Παύλος ο Αιγινίτης, γιατρός του 7ου αιώνα, αναφέρουν μεν ότι η συνουσία κατά τις περιόδους κάθαρσης είναι καλό να αποφεύγεται, στόχος τους όμως δεν είναι η προστασία της υγείας των παιδιών που ίσως προέρχονταν από τέτοιου είδους επαφές, αλλά η αποφυγή της περαιτέρω ταλαιπωρίας του σώματος. Την ίδια άλλωστε συμβουλή δίνουν για τις περιπτώσεις δυσπεψίας, κόπωσης ή οξείας διάρροιας. Ο Παύλος μάλιστα, που ήταν αποδεδειγμένα χριστιανός, αναφέρει ως καταλληλότερο χρόνο για τη σύλληψη τις τελευταίες ημέρες της περιόδου. Ο Αέτιος Αμιδηνός, που έζησε τον 6ο αιώνα, στη Γυναικολογία του δεν απαγορεύει τις επαφές κατά την κάθαρση, παρά σε περιπτώσεις που ακολουθούνταν κάποια θεραπευτική αγωγή για γυναικολογικό πρόβλημα. Ο ίδιος μάλιστα θεωρεί ως χρόνο κατάλληλο για σύλληψη όχι μόνο το τέλος, αλλά και την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Στα έργα των Μητροδώρας, Μιχαήλ Ψελλού, Ιωάννη Ακτουαρίου και στο Ιατροσόφιο του Σταφιδά δεν αναφέρονται καθόλου σχετικά στοιχεία. Από τη σιωπή αυτή συνάγεται, κατά πάσα πιθανότητα, πως η σεξουαλική επαφή κατά τη διάρκεια της καταμήνιας κάθαρσης δεν απαγορευόταν απ’ τους γιατρούς, παρά τις αντίθετες και πολυποίκιλες λαϊκές δοξασίες. Όλα τα παραπάνω στοιχεία μπορούν να διαγράψουν το ιδεολογικό υπόβαθρο της γυναικολογικής ιατρικής στο Βυζάντιο, τουλάχιστον για την εποχή στην οποία αναφέρονται.
Για την κοινωνική και προσωπική ζωή της μέσης και κατώτερης βυζαντινής ίσχυαν τα ακόλουθα: όταν η βυζαντινή κόρη συμπλήρωνε τα 12 της χρόνια, οι γονείς της δια μέσου συγγενικών ή φιλικών προσώπων, των προξενητών, αναζητούσαν ως σύζυγο κάποιο νέο που να είχε συμπληρώσει τουλάχιστον τα 14 του χρόνια. Αυτό βέβαια δεν απέκλειε τον έρωτα, που δεν ήταν σπάνιος στο Βυζάντιο. Ο αρραβώνας, που η διάρκειά του δεν υπερέβαινε τα δύο χρόνια, ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός, με επισημότητα σχεδόν θρησκευτική και επικύρωση με γραπτό συμβόλαιο. Πριν από το γάμο υπογραφόταν ένα άλλο συμβόλαιο, στο οποίο οριζόταν η προίκα της νύφης και τα δώρα του γαμπρού. Τη νύφη οδηγούσε στην εκκλησία ο μελλόνυμφος, αφού ως επικεφαλής πομπής την παραλάμβανε από το πατρικό της σπίτι. Μετά τη γαμήλια τελετή ακλουθούσε επίσημο δείπνο. Η νομοθεσία του κράτους, παρά την αντίθετη γνώμη της εκκλησίας, αναγνώριζε το δικαίωμα διαζυγίου, όταν το επιθυμούσαν και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη. Το δεύτερο γάμο αποδοκίμαζε η εκκλησία, αλλά δεν τον απαγόρευε η Πολιτεία. Ο τρίτος γάμος προκαλούσε αυστηρές κυρώσεις, ενώ ο τέταρτος επέφερε συνήθως τον αφορισμό από την Εκκλησία. Πρώτος απ’ τους χριστιανούς αυτοκράτορες, ο Μέγας Κωνσταντίνος εξέδωσε το 331 τον ακόλουθο νόμο περί διαζυγίου: «Όταν μια γυναίκα στείλει αναγγελία διαζυγίου, θα πρέπει να ερευνώνται μόνο οι ακόλουθες κατηγορίες: υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτός είναι φονιάς, μάγος ή τυμβωρύχος; Αν ναι, τότε αυτή η γυναίκα θα πρέπει να επαινείται και να ανακτά όλη την προίκα της. Αν όμως έχει στείλει αναγγελία διαζυγίου για λόγους ανεξάρτητους από αυτές τις τρεις κατηγορίες, θα πρέπει να αφήσει ακόμη και την τελευταία της φουρκέτα στο σπίτι του συζύγου της και να εκτοπισθεί σε κάποιο νησί για τη μεγάλη της έπαρση. Αν οι άνδρες στείλουν αναγγελία διαζυγίου, θα πρέπει να ερευνηθούν οι εξής τρεις κατηγορίες: επιθυμούν να αποκηρύξουν μια μοιχαλίδα, μάγισσα ή μαστροπό; Αν κάποιος άνδρας διώξει τη σύζυγό του η οποία δεν έχει αποδεδειγμένα σχέση μ’ αυτές τις κατηγορίες, θα πρέπει να της επιστρέψει όλη την προίκα και ο ίδιος να μην ξαναπαντρευτεί. Αν πράγματι πράξει κάτι τέτοιο, επιτρέπεται στην τέως σύζυγο να εισέλθει στο σπίτι του και να μεταβιβάσει στον εαυτό της όλη την προίκα της δεύτερης συζύγου, ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη»( G. Clarck, Oι γυναίκες στην όψιμη αρχαιότητα, σ.52).
Η ιδιαίτερη εκτίμηση και αγάπη της βυζαντινής γυναίκας στο ακριβό και εκλεπτυσμένο κόσμημα, όπως παραδίδεται από μαρτυρίες και παραστάσεις, φαίνεται να ενισχύεται όχι μόνον από τη γυναικεία φιλαρέσκεια αλλά και από τις τάσεις επίδειξης πλουτισμού του ανδρικού επίσης φύλου. Δεν είναι σπάνιες οι μαρτυρίες των κειμένων όπου ο πλούτος ή υψηλά ιστάμενος σύζυγος, που δεν παρέλειπε ποτέ ο ίδιος να φορεί τη ζώνη του αξιώματός του -συχνά περίτεχνη και με πετράδια στολισμένη- , φροντίζει επίσης να ντύνει τη γυναίκα του με πλούσια φορέματα και ακριβά κοσμήματα, που εύκολα θα δήλωναν την υψηλή κοινωνική του θέση.
Τα πολυτελή αυτά αντικείμενα, που τα πρώτα χρόνια μένουν ακόμη έξω από τη φιλοσοφία και τη θεολογική σκέψη του Βυζαντίου, εξακολουθούν να εκτιμώνται, να φυλάσσονται σε ώρες κινδύνων, να επιδεικνύονται σε ώρες χαράς και ευημερίας. Άδικα οι πατέρες της Εκκλησίας σχολιάζουν αρνητικά το φαινόμενο ή παραπονούνται γι’ αυτή τη ματαιοδοξία του ποιμνίου τους. Που αι νυν γυναίκες... εκβαλέ μου της φιλοκόσμου γυναικός την χείρα, και οράς αυτήν κεχρυσωμένην... Πόσων πενήτων, ειπέ μοι πλεονεξίαν η χειρ σου βαστάζει; Όπερ είπον εισέρχη εις την εκκλησίαν κεχρυσωμένην τας χείρας και τον τράχηλον..., παρατηρεί ο Χρυσόστομος (PG 55, στ. 507).
Και το κόσμημα εξακολουθεί να παράγεται και μάλιστα για όλα τα βαλάντια και τις προτιμήσεις των Βυζαντινών. Γιατί από τον κανόνα της φιλοκόσμου γυναίκας δεν εξαιρείται και η φτωχή Βυζαντινή, όπως αποδεικνύεται από τα φρικτά παράπονα που κάνει στον Πτωχοπρόδρομο η στερημένη από κοσμήματα σύζυγος: «Ουκ οίδα εις δακτύλιν μου κρικέλλιν δακτυλίδιν- ουδέ βραχιόλιν μ’ έφερες ποτέ να το φορέσω». Και τότε το δαχτυλίδι γίνεται απλό κι ακόσμητο κρικέλλι και το βραχιόλι, τα ενώτια κι η πόρπη από χαλκό, γυαλί, ορείχαλκο ή ασήμι.
Στο διττό αυτό προορισμό το βυζαντινό κόσμημα εξελίσσεται, ποικίλλεται με ευαισθησία από πολύτιμες ή ημιπολύτιμες πέτρες και εμφανίζει αριστουργήματα τόσο στις πολυτελείς και δαπανηρές δημιουργίες όσο και στα ταπεινότερα και απλούστερα αντικείμενα του είδους του.
Η γυναικεία, όμως, ιερή μορφή που ενσαρκώνει και συμπυκνώνει τις θετικές και επαινετές ιδιότητες της, κατά τα άλλα, αδύναμης και ατελούς γυναικείας φύσης, είναι, για το σύνολο της βυζαντινής κοινωνίας, η Παναγία. Αυτή, με την τελειότητα, παρθενικότητα, τρυφερότητα και φιλανθρωπία της, αποτελεί την άλλη, θετική όψη του νομίσματος: είναι το αντίβαρο της Εύας που με την ευπιστία της έβλαψε την ανθρωπότητα. Εύα λοιπόν και Παναγία συναποτελούν για το βυζαντινό ιδεολογικό σύμπαν το γυναικείο αίνιγμα
Η Παναγία, εξ αιτίας της συσχετίσεώς της με πολεμικά γεγονότα κατά τη βυζαντινή περίοδο, έλαβε και την χαρακτηριστική προσωνυμία «Παναγία της Νίκης» ή «Νικοποιός».
Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, η Θεοτόκος αναδεικνύεται η Προστάτιδα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήδη επί των Αυτοκρατόρων Μαυρικίου, Φωκά, Ηρακλείου, η Θεοτόκος εικονιζόταν σε σφραγίδες και νομίσματα του Κράτους, στη θέση της Θεάς Νίκης. Και όπως η Νίκη κρατούσε ασπίδα, έτσι περίπου και η Παναγία, σε ασπιδοειδή δίσκο έφερε τον Χριστό, που ήταν και ο κατ’ εξοχήν χορηγός της νίκης. Αργότερα η Θεοτόκος έλαβε την επίσημη ονομασία της «Νικοποιός», όπως μαρτυρείται από νομίσματα του Μιχαήλ Δούκα (1071-1078), του Νικηφόρου Βοτανιάτη (1078-1081), κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι αυτοκράτορες θεωρούσαν τιμή τους να εικονίζονται σε νομίσματα με τη Θεοτόκο: π.χ. ο Ιωάννης Τσιμισκής, ο οποίος εικονίζεται να τον στεφανώνει με το αυτοκρατορικό διάδημα η Θεοτόκος, έχοντας την επιγραφή: «Θεοτόκε βοήθει Ιωάννη τω Δεσπότη».
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε, ότι η Κωνσταντινούπολη, ήταν αφιερωμένη στην Παναγία. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των Ναών, των Μονών και των Προσκυνημάτων που υπήρχαν εκεί προς τιμήν της. Το ίδιο ομολογούν και οι πολλές θαυματουργές εικόνες της Παναγίας που εφυλάσσοντο στην Πόλη. Στην Κωνσταντινούπολη είχε γίνει, λοιπόν, συνείδηση όλων, ότι η Παναγία ήταν η μεγάλη Προστάτιδά τους. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία το ότι φυλάσσονταν στη Βασιλεύουσα, μεταφερμένα από τα Ιεροσόλυμα, το Μαφόριο (η Σκέπη) και η Ζώνη της Θεοτόκου. Έτσι στις δύσκολες στιγμές των πολέμων κατέφευγαν στη βοήθεια και Σκέπη της Παναγίας. Η ιδιαίτερη ευλάβεια του βυζαντινού στρατού στην Παναγία αποδεικνύεται περίτρανα και από την ύπαρξη της εικόνας της «Παναγίας Νικοποιού», που σώζεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, μεταφερμένη εκεί απ’ τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας. Η παλαιά αυτή εικόνα την οποία οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν «Στρατηγό των Λεγεώνων», «Ακατανίκητη» και «Αήττητη», θεωρούνταν προστάτιδα του βυζαντινού στρατού και οι απεικονίσεις της χρησιμοποιούνταν ως λάβαρο στους πολέμους. Η αυθεντική αυτή εικόνα φυλασσόταν σε παρεκκλήσιο που έφερε το όνομά της στο Μέγα Παλάτιον. Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, αποδίδοντας με ποιητικό και συγκινητικό τρόπο αυτή την υπέρμετρη λατρεία στο πρόσωπο της Παναγίας εκ μέρους του βυζαντινού στρατού, βάζει στα χείλη του πολεμιστή αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου τα εξής υπέροχα λόγια:
«Μαρία Κυρά Αθηνιώτισσα, πιο γαλανή, πιο ωραία,
στον πιο ωραίο, πιο γαληνό μέσα στους θρόνους θρόνο,
νικήτρια εσύ της Αθηνάς και σκέπη της Αθήνας.
Στον πόλεμο οδηγήτρα Εσύ μεσίτρα στην ειρήνη,
Υπέρμαχη Στρατήγισσα, σ’ Εσέ τα νικητήρια!».
Καθ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων η γυναικεία δράση και παρουσία σε εκκλησία και κοινωνία υπήρξε συνεχής. Βέβαια, κατά εποχές, το μοναχικό και ακραιφνές συντηρητικό πνεύμα την περιόριζε, αλλά αυτή έβρισκε πάντα γόνιμο έδαφος για καρποφορία, συμβολή στις εξελίξεις και πρωτοβουλίες παντοειδείς. Τα βυζαντινά γυναικεία μοναστήρια ιδιαίτερα διακρίθηκαν για την εξάσκηση έργων φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας. Περιέθαλπαν φτωχές γυναίκες, παρείχαν σε άπορες γνώσεις και απασχόληση στην υφαντική και πλεκτική τέχνη, ώστε με τα είδη που κατασκευάζονταν να ντύνονται τα ορφανά των πτωχοκομείων και ορφανοτροφείων, τα οποία βρίσκονταν συνήθως κοντά σε μοναστήρια. Μάλιστα σε πολλά απ’ αυτά υπήρχε εργοδότρια αδελφή. Πολλές απ’ τις γυναίκες μοναχές είχαν ιατρικές και φαρμακευτικές γνώσεις και περιέθαλπαν ασθενείς γυναίκες. Εξάλλου στα ορφανοτροφεία οι μικρές τρόφιμες εκπαιδεύονταν συνήθως από γυναίκες μοναχές. Οι αδελφές επέβλεπαν τα μικρά κορίτσια στην εκμάθηση της υφαντικής, της κεντητικής, της μουσικής κι άλλων χρήσιμων πρακτικά τεχνών. Στα μοναστήρια υπήρχαν δύο κιβώτια, ο σκοπός των οποίων φαίνεται απ’ τις επιγραφές τους: στο ένα αναγράφεται η φράση «εις αιχμαλώτων ανάρρυσιν» και στο άλλο «εις πενήτων διατροφήν». Με τα χρήματα που συλλέγονταν σ’ αυτά περιθάλπονταν οι πάσχοντες και εξαγοράζονταν οι αιχμάλωτοι από τους πειρατές που λυμαίνονταν τις θάλασσες της Μεσογείου και απ’ τους βαρβάρους που διενεργούσαν επιδρομές. Μοναχές «λουτράρισσες» πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, σαπουνίζοντας και σφουγγίζοντας με τα «σπαρτία» (τζίβες) τις απελευθερωμένες αιχμάλωτες και οδηγώντας τες σε αναπαυτικές κλίνες.
- Marikaki
Αρχαία Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον ελληνικό κόσμο κατά την περίοδο της Αρχαιότητας. Αναφέρεται όχι μόνο στο έδαφος του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αλλά και σε εκείνες τις περιοχές που εγκαταστάθηκαν στους αρχαίους χρόνους ελληνικοί πληθυσμοί, όπως η Κύπρος, η Ιωνία (σημερινά δυτικά παράλια της Τουρκίας), η Σικελία και η νότια Ιταλία (γνωστή ως Μεγάλη Ελλάδα), και των διεσπαρμένων ελληνικών εγκαταστάσεων στις ακτές όλης της Μεσογείου.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι η αρχαία Ελλάδα, στη ρωμαϊκή εκδοχή της[1], αποτελεί το θεμέλιο λίθο του δυτικού πολιτισμού.Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός επηρέασε βαθιά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που διέδωσε τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό σε πολλές περιοχές της επικράτειάς της. Ο πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων άσκησε σημαντική επίδραση στη γλώσσα, την πολιτική, τη φιλοσοφία, την επιστήμη και τις τέχνες, ιδίως κατά την περίοδο της Αναγέννησης στη Δυτική Ευρώπη και κατά τις κλασικιστικές περιόδους το 18ο και 19ο αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Παρθενώνας, ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά, αποτελεί ένα από τα σύμβολα του πολιτισμού της Αρχαίας Ελλάδας.
Η περίοδος από το 1600 έως το 1100 π.Χ., η Ύστερη εποχή του Χαλκού, ονομάζεται Μυκηναϊκή Περίοδος. Η περίοδος από περίπου το 1100 π.Χ. έως περίπου το 800 π.Χ. ονομάζεται Σκοτεινοί αιώνες ή Γεωμετρική Εποχή, για την οποία διαθέτουμε πλέον τις ανάλογες αρχαιολογικές μαρτυρίες, αλλά και ενδιαφέρουσες θεωρίες σημαντικών ιστοριογράφων της εποχής μας, που ενίοτε αντικρούουν τις κλασικές γνώσεις μας για τη ροή της ελληνικής ανάπτυξης. Από τον 8ο έως και τον 6ο π.Χ. αιώνα έχουμε την Αρχαϊκή Εποχή. H Κλασική εποχή οριοθετείται με την έναρξη του 5ου π.Χ. αιώνα και το θάνατο του Αλεξάνδρου, (323 π.Χ.), οπότε ξεκινά και η Ελληνιστική εποχή.Πηγές για την αρχαία ελληνική ιστορία
Η τεκμηρίωση των ιστορικών γεγονότων που συνοδεύουν την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού, πέραν των φιλολογικών μαρτυριών ιστορικών όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών, ή ρητόρων όπως ο Δημοσθένης και ο Ισοκράτης ή φιλοσόφων όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είναι εφικτή και μέσω της ερμηνείας των αρχαιολογικών ευρημάτων. Επίσης,παρόλο που σε γενικές γραμμές η αρχαία ιστοριογραφία επικεντρώνεται κυρίως στην ανάπτυξη της Αθήνας, σύγχρονοι ερευνητές έχουν δημοσιεύσει σωρεία μελετών για τις άλλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, παρέχοντάς μας πλέον μια σφαιρική εικόνα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.Η προέλευση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού
Σύμφωνα με τις ενδείξεις από την έως τώρα έρευνα, ελληνόφωνοι πληθυσμοί μετανάστευσαν στην ελληνική χερσόνησο κατά το τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας, για να αναμιχθούν με τους τοπικούς προελληνικούς πληθυσμούς και να διαμορφώσουν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Στον ελλαδικό χώρο είχαν λοιπόν προηγηθεί οι φορείς της γεωργικής επανάστασης της ύστερης μεσολιθικής και της νεολιθικής εποχής και, στη συνέχεια, του Πρωτοελλαδικού, Κυκλαδικού και του λαμπρού Μινωικού πολιτισμού.Κατά το τέλος της Πρωτο-Ελλαδικής ΙΙΙ περιόδου (περί το 2000 π.Χ.) τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν πιθανή εισβολή νεοφερμένων. Μια δεύτερη παλαιότερη εισβολή πιστοποιείται αρχαιολογικά κατά το τέλος της Πρωτο-Ελλαδικής ΙΙ περιόδου, εκατόν πενήντα χρόνια νωρίτερα. Το ποια από τις δύο εισβολές είναι η κάθοδος των ελληνόφωνων (Πρωτοελλήνων) στον ελλαδικό χώρο δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα. Υπάρχει μάλιστα η άποψη (στηριγμένη σε φιλολογικά δεδομένα) οτι η πρώτη εισβολή προήλθε από πρωτο-λουβιακά στοιχεία της Μ. Ασίας, τα οποία άφησαν στην ελληνική γλώσσα τα θεωρούμενα ως προελληνικά φθογγικά στοιχεία -σσ-, -νθ και -νδ- (βλ. λέξεις Παρνασσός, Κόρινθος, Λίνδος).[2] Αυτή η άποψη για την πρωτοκαθεδρία των Λουβίων στον ελλαδικό χώρο δεν είναι δεκτή από όλους τους ερευνητές, ωστόσο δεν αμφισβητείται ο ινδοευρωπαϊκός χαρακτήρας του προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος.[3]
Τα αρχαιολογικά ευρήματα στη δυτική (Νυδρί Λευκάδας) και την ανατολική Ελλάδα (Εύτρηση, Ορχομενός Βοιωτίας) κάνουν ελκυστική την υπόθεση της διαδρομής των ελληνόφωνων από Βορρά προς Νότο δυτικά της Πίνδου, με πιθανή ταυτόχρονη κίνηση από τα ανατολικά προς τα δυτικά, μέσω των νησιών του Αιγαίου. Η μετακίνηση δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε παντού από καταστροφές, παρ' όλο που τα αρχαιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν κάποια βίαια επεισόδια κατά τη διάρκεια των προαναφερθέντων εισβολών. Σίγουρα όμως παρατηρούνται αλλαγές στον πολιτισμικό εξοπλισμό ακόμα και εκεί που δεν παρατηρούνται καταστροφές. Τίποτα πάντως δεν μπορεί να είναι απολύτως βέβαιο για τη σκοτεινή αυτή εποχή, όπως π.χ. οποιαδήποτε υπόθεση για την εθνολογική διαφοροποίηση ή μη αυτών των ομάδων εισβολέων.[4] Επιπλέον, οι προσπάθειες στο παρελθόν να αποδοθούν συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά - όπως τα γκρίζα "μινυακά" αγγεία και ο τύπος οικοδομήματος που είναι γνωστός ως "μέγαρον" - στους ελληνόφωνους εισβολείς δεν είναι πια αποδεκτές σήμερα.[5] Επίσης, δεν ευσταθεί η παλιά αντίληψη οτι ο οι ελληνόφωνοι έφεραν τον κεραμικό τροχό, το άρμα και τις οχυρωμένες ακροπόλεις. Αντιθέτως, τα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν πως υπήρξε σαφής πολιτισμική οπισθοδρόμηση κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο και οτι οι νεοφερμένοι απέκτησαν ανώτερο πολιτισμό μόνο όταν ήρθαν σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, όπως αυτόν των γειτόνων τους στο Αιγαίο.[6]
Η πληθυσμιακή και πολιτισμική ανάμειξη μεταξύ των νεοφερμένων πρωτοελλήνων και των προελλήνων οδήγησε στην γένεση του ελληνικού πολιτισμού. Οι περιοχές νοτίως της Θεσσαλίας δέχτηκαν την ισχυρή επίδραση του ανεπτυγμένου Μινωικού πολιτισμού, γεγονός που οδήγησε στην άνθηση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Αντίθετα, τα βορειοδυτικά ελληνικά φύλα, τα οποία έμειναν άμοιρα της Μινωικής επίδρασης, παρέμειναν σε χαμηλότερο πολιτιστικό επίπεδο. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έδωσε τα μεγάλα μυκηναϊκά κέντρα της Νότιας Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυνθα, Πύλος, Ορχομενός κ.α.) και της Κρήτης καθώς και την πρώτη ελληνική γραφή, τη Γραμμική Β'. Στις πινακίδες της Γραμμικής Β' ανιχνεύουμε και τα πρώτα στοιχεία της μετέπειτα αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Η παρακμή του Μυκηναϊκού κόσμου στο τέλος της Υστερο-Ελλαδικής περιόδου (στα τέλη του 13ου αι. π.Χ.) οδήγησε στη σταδιακή εξαφάνιση των μυκηναϊκών κέντρων κατά την Υπομυκηναϊκή περίοδο, η οποία τελειώνει το 1.100 π.Χ. περίπου, την ολοκληρωτική εξαφάνιση της γραφής και τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες.
Κάποτε οι μελετητές συνέδεαν τις καταστροφές του τέλους της μυκηναϊκής εποχής με την Επιστροφή των Ηρακλειδών και την Κάθοδο των Δωριέων οι οποίες πέρασαν στη μνήμη της αρχαίας ηρωικής παράδοσης. Σήμερα όμως, λίγοι θα δέχονταν την υπόθεση μιας τέτοιας εισβολής, όπως τη δέχονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Είναι πιο αποδεκτή η θεωρία της προσωρινής αναστάτωσης λόγω επιδρομών, ενώ η εισβολή νέων φύλων μετατίθεται στα γεγονότα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (Σκοτεινοί Αιώνες).[7]
Με το τέλος της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, οι Έλληνες διακρίνονται ήδη στις φυλές που γνωρίζουμε από την Κλασική εποχή. Η παλαιότερη θεωρία κατά την οποία οι ομιλητές των αχαϊκών και ιωνικών διαλέκτων ήρθαν κατά κύματα στην εποχή της καθόδου των ελληνόφωνων στον ελλαδικό χώρο δεν είναι πια αποδεκτή. Επομένως, πριν το τέλος της μυκηναϊκής περιόδου, δεν μπορούμε να μιλάμε για σαφή διαχωρισμό των μετέπειτα ελληνικών διαλέκτων αλλά για τρεις το πολύ γλωσσικές ομάδες. Τη βόρειο-ελληνική και τους δύο φορείς της Μυκηναϊκής, την Αρκαδική (ή Αρκαδοκυπριακή) και την Αιολική, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες μεταξύ τους.[8]. Κατ' άλλους μελετητές, οι δυο σπουδαιότερες διάλεκτοι στο Μυκηναϊκό χώρο ήταν η Αρκαδοκυπριακή και η Ιωνική.[9]
Κατά τους σκοτεινούς αιώνες που ακολούθησαν, έλαβε χώρα η τελευταία μεγάλη αναστάτωση στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή η Κάθοδος των Δωριέων. Είναι γεγονός πως η αρχαία παράδοση γύρω από την έλευση των Δωριέων έχει διασώσει κάποιο ιστορικό πυρήνα, όπως την κατά προσέγγιση διαδρομή τους από βορρά προς νότο. Στην παράδοση αυτή, όμως, έχουν παρεισφρύσει πολλές φανταστικές λεπτομέρειες και στοιχεία της πολιτικής προπαγάνδας των μετέπειτα ελληνικών πόλεων-κρατών. Αρχαιολογικά, τα πιθανά αποδεικτικά στοιχεία της καθόδου των Δωριέων είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθούν. Επίσης, δεν είναι αποδεκτό οτι οι Δωριείς ήταν αυτοί που έφεραν από τη βόρεια Βαλκανική τη χρήση του σιδήρου, καθώς θεωρείται εισαγωγή από την Ανατολή[10] Γίνεται πάντως ελκυστική η υπόθεση ότι οι Δωριείς ήταν πολιτιστικά καθυστερημένοι νομάδες κτηνοτρόφοι στο περιθώριο του μυκηναϊκού κόσμου, οι οποίοι κάποια στιγμή ανέλαβαν έντονη επιθετική δραστηριότητα, πιεζόμενοι κι αυτοί από τα βόρεια.[11]
Με το τέλος της δωρικής επέκτασης, από τις μη βορειοελληνικές διαλέκτους στην Πελοπόννησο απέμεινε μόνο η αρκαδική, στα ορεινά της Αρκαδίας. Εκείνη την εποχή είχε ήδη αρχίσει ο Α' Αποικισμός και οι Αιολείς αποίκησαν τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου και την Αιολία της Μικράς Ασίας ενώ οι Ίωνες το κύριο μέρος των νησιών του Αιγαίου και την κλασική Ιωνία.
Με τον Β' Αποικισμό, αποικήθηκε η Χαλκιδική, η Μεθώνη και η Πύδνα από τους Χαλκιδείς και την Ερέτρια, ενώ η Μίλητος ίδρυσε πολυάριθμες αποικίες στη Θράκη, τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο πόντο. Η Κόρινθος εδραίωσε την ισχύ της στο Ιόνιο ιδρύοντας τις εκεί αποικίες της (Κέρκυρα, Επίδαμνος, Απολλωνία κλπ.). Αν σε αυτά προστεθεί και ο αποικισμός της Μεγάλης Ελλάδας (νότιος Ιταλία) και της Σικελίας, μπορούμε να πούμε ότι, κατά το 600 π.Χ., η κατανομή του ελληνισμού στη Μεσόγειο έχει ολοκληρωθεί.
Η Γεωμετρική εποχή
Κύριο λήμμα: Γεωμετρική εποχήΚατά τον 8ο αιώνα π.Χ. προβάλλοντας από τη Γεωμετρική Περίοδο η Ελλάδα μεταβάλλει τον πολιτισμό της από προφορικό σε γραπτό. Η χρήση ενός προσαρμοσμένου από τη φοινικική γραφή αλφάβητου μας παρέχει τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες μιας ουσιαστικής μεταβολής για τον ελληνικό πολιτισμό, ενώ η ανάπτυξη της μνημειακής γλυπτικής και της κεραμικής τον θεμελιώνει σε μια τεχνολογική και καλλιτεχνική βάση. Βέβαια, η ενοποιημένη άποψη που έχουμε σήμερα για τον ελληνικό πολιτισμό δε συνεπάγεται και την ανάλογη ενότητα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο εκείνα τα χρόνια. Εξαιτίας της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας η Ελλάδα της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου ακολουθεί λίγο-πολύ τον τοπικισμό της μυκηναϊκής εποχής, διαιρεμένη σε μικρές ανεξάρτητες κοινότητες που χαρακτηρίζονται με τον γενικό όρο πόλις-κράτος.
Η Αρχαϊκή εποχή
Κύριο λήμμα: Αρχαϊκή εποχήΗ οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη του ελλαδικού χώρου αλλά και οι ενδοκοινοτικές πολιτικές συγκρούσεις οδήγησαν ένα τμήμα του ηπειρωτικού και του νησιωτικού πληθυσμού σε ένα ρεύμα αποικισμών, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μεταναστευτικού κύματος προς όλες τις περιοχές της Μεσογείου. Από το 750 π.Χ. έως το 550 π.Χ. οι Έλληνες δημιούργησαν αποικίες προς όλες τις κατευθύνσεις. Προς την ανατολή αποίκισαν αρχικά τις ακτές του Αιγαίου στη Μικρά Ασία, κατόπιν την Κύπρο και τις ακτές της Θράκης, τον Βόσπορο και τις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, ως τη σημερινή Ουκρανία. Προς τη δύση οι Έλληνες αποίκισαν την Ιλλυρία (σημερινή Αλβανία), τη Σικελία και τη Νότια Ιταλία, την Κορσική και τις βόρειες μεσογειακές ακτές που καλύπτει η σύγχρονη Γαλλία και η Ισπανία, ως τις Ηράκλειες Στήλες. Ελληνικές αποικίες απαντώνται, επίσης, στην Αίγυπτο και τη Λιβύη. Πόλεις όπως οι Συρακούσες, η Νάπολη, η Μασσαλία ή η Κωνσταντινούπολη προέκυψαν στην πραγματικότητα από τις ελληνικές αποικίες των Συρακουσών, Νεάπολης, ή του Βυζάντιου, αποικίας των Μεγαρέων.
Έως τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, η Ελλάδα έγινε το πολιτισμικό και γλωσσικό κέντρο μιας γεωγραφικής περιοχής πολύ μεγαλύτερης των φυσικών ορίων της. Αν και οι αποικίες δεν ελέγχονταν πολιτικά από τις μητροπόλεις τους, λόγω της απόστασης από αυτές, η διατήρηση των εμπορικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών δεσμών βοήθησε στη δημιουργία ενός ζωντανού ιστού αλληλεπίδρασης.
Η κλασική εποχή ]
Κύριο λήμμα: Κλασική εποχήΗ κλασική περίοδος χαρακτηρίζεται έντονα από την ανάπτυξη της πόλης-κράτους, που είχε ήδη γίνει η βασική μονάδα κοινωνικής και πολιτικής συγκρότησης του ελληνικού κόσμου.
Περσικοί πόλεμοι
Κύριο λήμμα: Περσικοί πόλεμοιΚαθώς στην Ιωνία οι ελληνικές πόλεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν μεγάλα κέντρα, όπως η Μίλητος και η Αλικαρνασσός, δε μπόρεσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους περιήλθαν υπό την κυριαρχία της περσικής αυτοκρατορίας προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα. Το 499 π.Χ. οι Έλληνες των ιωνικών πόλεων ξεκίνησαν την Ιωνική Επανάσταση και η Αθήνα μαζί με την Ερέτρια κινήθηκαν προς βοήθειά τους.
Το 490 π.Χ. ο Πέρσης βασιλιάς, Δαρείος Α', έχοντας καταστείλει την εξέγερση των ιωνικών πόλεων από το 494 π.Χ., έστειλε το στόλο του να τιμωρήσει τις δύο πόλεις. Ο περσικός στρατός κατέστρεψε την Ερέτρια και αποβιβάστηκε στην Αττική, αλλά στη μάχη του Μαραθώνα ηττήθηκε από τους Αθηναίους και άλλους υπό το στρατηγό Μιλτιάδη.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο διάδοχος του Δαρείου, Ξέρξης Α', ηγήθηκε μίας πολύ ισχυρότερης ναυτικής και στρατιωτικής δύναμης εναντίον των Ελλήνων. Αφού καθυστερήθηκε από το βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, ο Ξέρξης προέλασε στην Αττική και πυρπόλησε την Αθήνα. Οι Αθηναίοι, όμως, είχαν εγκαταλείψει την πόλη τους και μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας χάρη στην ιδιοφυΐα του Θεμιστοκλή. Την επόμενη χρονιά, οι Έλληνες υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία, νίκησαν τον περσικό στρατό στις Πλαταιές. Η δεύτερη ήττα των Περσών και ο θάνατος του στρατηγού τους Μαρδόνιου οδήγησαν στην οπισθοχώρησή του στην Ασία.
Η κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες την ίδια χρονιά θεωρείται το τέλος των περσικών πολέμων.
Η σημασία που είχε για τους Έλληνες η νίκη τους εναντίον των Περσών ήταν ζωτική. Απομάκρυνε τον κίνδυνο υποταγής και προκάλεσε και μια σειρά κοινωνικών αλλαγών στο εσωτερικό των πόλεων. Ακόμη, άνοιξε ο δρόμος ώστε οι Αθηναίοι να αναδειχθούν ως ηγετική πολιτική, στρατιωτική και οικονομική δύναμη στον ελλαδικό χώρο, ιδρύοντας τη Δηλιακή ή Α' Αθηναϊκή Συμμαχία.
Η αθηναϊκή ηγεμονία
Μετά τους Περσικούς πολέμους η πόλη της Αθήνας έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης στη θάλασσα και το εμπόριο, αν και σοβαρός ανταγωνιστής της παρέμεινε η Κόρινθος με τη γεωργική παραγωγή και τα φημισμένα κεραμικά της εργαστήρια. Ηγετική φυσιογνωμία του χρυσού αιώνα όπως αποκαλείται για την αθηναϊκή ανάπτυξη και την κυριαρχία της στις άλλες πόλεις υπήρξε ο Περικλής, για τον οποίο πληροφορίες συλλέγουμε από τον Θουκυδίδη και τον Πλούταρχο. Είναι εκείνος που χρησιμοποιεί τα χρήματα των συμμάχων του, προκειμένου να χτίσει τον Παρθενώνα και άλλα λαμπρά μνημεία της κλασικής Αθήνας. Ως τα μέσα, καθοδηγούμενη από την απληστία της Αθήνας η συμμαχία της Δήλου μετατράπηκε ουσιαστικά σε αθηναϊκή αυτοκρατορία, γεγονός που επικυρώθηκε από τη μεταφορά του συμμαχικού θησαυρού από τη Δήλο στον Παρθενώνα το 454 π.Χ.Όπως ήταν φυσικό ο πλούτος της Αθήνας προσέλκυσε χαρισματικούς ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, παρ´όλη την αυστηρότητα του καθεστώτος των μετοίκων. Η ίδια η αθηναϊκή πολιτεία προώθησε τη γνώση και τις τέχνες. Έγινε το κέντρο της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας και των τεχνών (βλ. θέατρο και γλυπτική). Ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα των τεχνών και των γραμμάτων έζησαν στην Αθήνα αυτής της περιόδου: ανάμεσά τους δραματικοί ποιητές όπως ο Αισχύλος, o Σοφοκλής, o Ευριπίδης και ο κωμωδιογράφος Αριστοφάνης, φιλόσοφοι όπως ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων και ο Σωκράτης, ιστοριογράφοι όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών, ποιητές όπως ο Σιμωνίδης και γλύπτες όπως ο Φειδίας. Η πόλη έγινε -σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Περικλή- "το σχολείο της Ελλάδας", (βλ. επίσης Εκπαίδευση στην αρχαία Ελλάδα).
Οι άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη αποδέχθηκαν αρχικά την αθηναϊκή ηγεμονία στον διαρκή πόλεμο κατά των Περσών, αλλά σταδιακά η Αθήνα εξελίχθηκε σε ιμπεριαλιστική δύναμη. Μετά την ολοκληρωτική νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, όμως, ορισμένες πολιτείες δυσανασχέτησαν και επεχείρησαν να αποσχισθούν από τη συμμαχία, με αποτέλεσμα την πλήρη και ωμή επίδειξη πολεμικής ισχύος από μέρους της Αθήνας, όπως τουλάχιστον την καταθέτει ο Θουκυδίδης στον περίφημο διάλογο των Μηλίων, μεσούντος του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο διάλογος, έτσι όπως κατατίθεται από τον ιστορικό, είναι επίδειξη πολιτικού ρεαλισμού, σε ό,τι αφορά στην πολεμική ισχύ. Επιβάλλεται το δίκαιο του ισχυροτέρου και η άποψη των Μηλίων πως η παράδοση είναι πράξη δειλίας, αντιμετωπίζεται περιφρονητικά από τους Αθηναίους (Θουκυδίδης 5.100). Αν οι Μήλιοι επιδείξουν σωφροσύνη -κλασική αρετή στην κοινωνία του 5ου π.Χ. αιώνα- τότε θα αναγνωρίσουν ότι δεν είναι αγών από του ίσου περί ανδραγαθίας και ότι η τιμωρία δεν είναι η αισχύνη (Θουκυδίδης 5.101). Το θέμα είναι η επιβίωση και εδώ οι ηθικοί φραγμοί δεν έχουν κανένα νόημα. Σύμφωνα με τη γλώσσα του αθηναίου ιστορικού, είναι δύσκολο να ανταγωνιστεί κανείς την φυσική πραγματικότητα –στην προκειμένη περίπτωση την πολεμική ισχύ των Αθηνών. Αυτό είναι το κομβικό σημείο με το οποίο ανοίγουν και κλείνουν οι Αθηναίοι το διάλογό τους με τους Μηλίους. Αντίθετα με τους Αθηναίους του Ηρόδοτου, που ποτέ δεν παραδίδονται στον Ξέρξη και αρνούνται να προδώσουν τους Έλληνες, οι Αθηναίοι του Θουκυδίδη αποτιμούν ψυχρά την πολεμική ισχύ τους και φυσικά ακολουθούν τη λογική αυτής της αποτίμησης με τα ανάλογα αποτελέσματα ενός εμφύλιου σπαραγμού.
Πελοποννησιακός πόλεμος
Κύριο λήμμα: Πελοποννησιακός πόλεμοςΑλκιβιάδης
Αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν στην πραγματικότητα ο δεύτερος πόλεμος μεταξύ των συνασπισμών της Αθήνας και της Σπάρτης.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η σύγκρουση μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης έχει τις ρίζες της στους περσικούς πολέμους του 5ου π.Χ. αιώνα. Μετά από την περσική εκστρατεία του Ξέρξη ενάντια στην Ελλάδα και την επακόλουθη απώθησή του το 479, οι Αθηναίοι ανέλαβαν την ηγεσία του πολέμου ενάντια στην Περσία στις ελληνικές ακτές της Μικράς Ασίας. Η συμμαχία της Δήλου, που σχηματίστηκε το 478, πήρε τη μορφή μιας αυτοκρατορίας, καθώς οι Αθηναίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν την ωμή δύναμη, για να αποτρέψουν οποιονδήποτε από τους «συμμάχους» τους να αποσυρθεί από τη συμμαχία. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την εγρήγορση της Σπάρτης και εν τέλει τη στρατιωτική επέμβασή της ενάντια στις φιλοδοξίες των Αθηναίων για πανελλήνια κυριαρχία.
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διαιρείται παραδοσιακά σε τρεις φάσεις: τον Αρχιδάμειο πόλεμο (431-421 π.Χ.), την Ειρήνη του Νικία και τη Σικελική εκστρατεία (420-413 π.Χ.) και τον Ιωνικό πόλεμο (412-404). Τα πρώτα δέκα χρόνια του πολέμου πήραν το όνομα του σπαρτιάτη βασιλέα Αρχίδαμου Β΄, που ξεκίνησε τον πόλεμο ενάντια στην Αθήνα και του οποίου η προσεκτική πολιτική κυριάρχησε στην σπαρτιατική στρατηγική των πρώτων πολεμικών επιχειρήσεων.
Η σπαρτιατική στρατηγική σύμφωνα με τον Αρχίδαμο ήταν η συγκέντρωση των στρατευμάτων της συμμαχίας στον Ισθμό και η εισβολή στην αττική γη.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η στρατηγική των Αθηναίων, αντίθετα, προϊόν της ευφυΐας του Περικλή ήταν η απόσυρση των κατοίκων της υπαίθρου εντός των τειχών και η εκτεταμένη επιθετική παρουσία του αθηναϊκού στόλου στις ακτές της Πελοποννήσου (Ναύπακτος). Παρόλο που αυτή η στρατηγική απέδωσε καρπούς ο λοιμός που ξέσπασε στην Αθήνα αφάνισε περίπου το 1/4 των πολιτών, περιλαμβανομένου του Περικλή και των γιων του.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Μετά τον θάνατο του Περικλή οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν κατά προτροπή του δημαγωγού Κλέωνα, την πρότερη συντηρητική και αμυντική τακτική τους φέρνοντας τον πόλεμο κοντά στη Σπάρτη και τους συμμάχους της και χτίζοντας φρούρια σε σημαντικές για τον πόλεμο περιοχές. Ένα από τα σημαντικότερα βρισκόταν κοντά στην Πύλο, στο νησάκι της Σφακτηρίας. Εκεί οι Αθηναίοι όχι μόνο δέχονταν τους αποστάτες είλωτες της σπαρτιατικής συμμαχίας, αλλά εξωθούσαν τους είλωτες σε εξέγερση. Οι αποφασιστικές μάχες, τις οποίες κέρδισαν οι Αθηναίοι και ο άπειρος πολεμικά Κλέων, δόθηκαν στην Πύλο και τη Σφακτηρία. Οι Σπαρτιάτες υπό την καθοδήγηση του Βρασίδα στράφηκαν στην αθηναϊκή αποικία της Αμφίπολης, η οποία ήλεγχε τους πόρους του παρακείμενου ορυχείου αργύρου, πόρους με τους οποίους χρηματοδοτείτο οι αθηναϊκός στρατός. Στη μάχη της Αμφίπολης τόσο ο Κλέων όσο και ο Βρασίδας σκοτώθηκαν. Οι αντίπαλοι αντάλλαξαν αιχμαλώτους και υπέγραψαν ανακωχή.
Η ειρήνη του Νικία κράτησε έξι περίπου χρόνια, χωρίς ούτε μια στιγμή να πάψουν οι αψιμαχίες και οι τακτικοί ελιγμοί ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, όπως και οι εσωτερικές εντάσεις στην αθηναϊκή και τη σπαρτιατική συμμαχία. Καθ' ον χρόνο οι Σπαρτιάτες απείχαν από τη στρατιωτική δράση, ορισμένοι από τους συμμάχους τους άρχισαν να μιλούν για εξέγερση. Υποστηρικτής τους ήταν το Άργος, ισχυρή πολιτεία στην Πελοπόννησο. Οι Αργείοι, σύμμαχοι των Αθηναίων, κατόρθωσαν να σχηματίσουν μια ισχυρή συμμαχία κατά των Σπαρτιατών. Στη μάχη της Μαντίνειας το 418 π.Χ., Οι Λακεδαιμόνιοι με τους γείτονές τους Τεγεάτες, αντιμετώπισαν τον ενωμένο στρατό του Άργους, των Αθηνών και της Μαντίνειας της Αρκαδίας.[//εκκρεμεί παραπομπή//] Η συμμαχία είχε γίνει και με τις διπλωματικές κινήσεις του Αλκιβιάδη, αλλά το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο απ'ότι προσδοκούσε.Η Σπάρτη νίκησε, ισχυροποιήθηκε,σταθεροποίησε την κατάσταση στην Πελοπόννησο και κανένας στην Πελοποννησιακή Συμμαχία δεν αμφισβήτησε την πρωτοκαθεδρία της μέχρι το τέλος του πολέμου.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Η φιλοδοξία του Αλκιβιάδη δεν περιορίστηκε μετά την μάχη της Μαντίνειας.Αντίθετα μάλιστα μεγάλωσε, αν κρίνουμε από το μεγαλεπήβολο σχέδιό του για ανάμειξη της Αθήνας στη Δύση και συγκεκριμένα στη Σικελία όπου η πόλη της Εγέστας ζήτησε τη βοήθεια της Αθήνας κατά των Συρακουσών.[//εκκρεμεί παραπομπή//]
Η άνοδος του μακεδονικού βασιλείου
Ο Φίλιππος Β΄ (359-336 π.Χ.) μετά από την νίκη του στην Χαιρώνεια επί των Θηβαίων και των Αθηναίων επιβάλλει την ηγεμονία του στον ελληνικό χώρο. Μετά την δολοφονία του τον διαδέχεται ο Μ. Αλέξανδρος ο οποίος το 334 πχ θα ξεκινήσει την μεγάλη προέλαση του στην Ασία καταλύοντας την Περσική Αυτοκρατορία ( νίκες επί των Περσών στον Γρανικό το 334 π.Χ. ,στην Ισσό το 333 π.Χ., στα Γαυγάμηλα το 331 π.Χ., κατάληψη Σογδιανής και Βακτριανής το 329 π.Χ. και εκστρατεία στην Ινδία το 326 π.Χ. ) Το 323 π.Χ. πεθαίνει από άγνωστα,σήμερα,αίτια στη Βαβυλώνα.Ελληνιστικός κόσμος
Κύριο λήμμα: Ελληνιστική εποχήΜετά από τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., οι κατακτήσεις του διαμοιράστηκαν μεταξύ των διαδόχων του. Από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαδόχων, προέκυψαν τα τέσσερα ελληνιστικά βασίλεια: το πτολεμαϊκό στην Αίγυπτο, το βασίλειο των Ατταλιδών ή βασίλειο της Περγάμου, το βασίλειο των Σελευκιδών και το βασίλειο της Μακεδονίας το οποίο, από το 294 π.Χ. και εξής, διοικούσαν μέλη της δυναστείας των Αντιγονιδών. Ο τρίτος προχριστιανικός αιώνας είναι η εποχή της ακμής και της ισχύος των ελληνιστικών βασιλείων, κατά τη διάρκεια του οποίου επικρατεί σχετική σταθερότητα. Η σταθερότητα αυτή διαταράσσεται από το 200 π.Χ. με την έναρξη του Β’ μακεδονικού πολέμου, ο οποίος εγκαινίασε την ανάμιξη και τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις της ανερχόμενης δύναμης της εποχής, της Ρώμης, στις διενέξεις των ελληνιστικών πόλεων και βασιλείων. Παρόλο που το μακεδονικό βασίλειο προσπάθησε να αποκρούσει τις ρωμαϊκές δυνάμεις, η ήττα του Φιλίππου Ε' στις Κυνός Κεφαλαί το 197 π.Χ. και του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. σήμαναν την κατάλυση του βασιλείου. Την ίδια μοίρα ακολούθησαν και τα υπόλοιπα κράτη της ηπειρωτικής Ελλάδας, η οποία βρέθηκε ολόκληρη υπό ρωμαϊκή κυριαρχία το 146 π.Χ.. Η επέκταση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην ελληνιστική Ανατολή ολοκληρώθηκε το 30 π.Χ. με την κατάλυση του τελευταίου εναπομείναντος ελληνιστικού βασιλείου, του πτολεμαϊκού
Μαρία Τσαγκάρη Α'3